Social Icons

...Έτσι λοιπόν, σε έναν κόσμο γεμάτο από χέρια που σκάβουν, άλλοτε χώματα κι άλλοτε ψυχές κι ανήμπορα σώματα, εγώ σήκωσα το δικό μου ψηλά κι έγραψα στον αέρα τον πρώτο μου στίχο. Έκτοτε, γράφω με το αίμα μου…
Άδεια Creative Commons
Τα περιεχόμενα του παρόντος ιστοχώρου υπάγονται σε Άδεια Χρήσης
Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ✿ Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ✿ Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

"Αίτημα θανάτου" - Θεατρικό Έργο για το Ραδιόφωνο, από το ΡΙΚ



Το θέατρο του ραδιοφώνου είναι μια από τις πιο απολαυστικές μορφές ψυχαγωγίας για μένα. Το έμαθα από τη μητέρα μου και το αγάπησα πολύ. Έχω διανύσει ατέλειωτες διαδρομές στα μέσα μαζικής μεταφοράς ακούγοντας, αντί για μουσική, θεατρικά έργα. Κι έχω τόσο ονειρευτεί να βρισκόταν ανάμεσά τους και κάποιο δικό μου έργο, που να παίρνει ζωή μέσα από τις φωνές και τις ανάσες των ηθοποιών…

Αυτή η μέρα έφτασε, λοιπόν! Και στο χθεσινό τηλεφώνημα από το ΡΙΚ, όπου με ενημέρωναν για τα διαδικαστικά και την οικονομική διευθέτηση της συνεργασίας, η καρδιά μου χοροπηδούσε μέσα στο σώμα μου και το μυαλό μου είχε κολλήσει στην αρχή αυτού τού ταξιδιού… Αυτό το έργο γράφτηκε κάτω από λίγο παράξενες συνθήκες· η πρώτη του μορφή ήταν στην αγγλική γλώσσα, έπειτα από κάποιον καιρό το μετέφρασα και στην ελληνική και το ταξίδι του συνεχίστηκε πέρα από τον αρχικό προορισμό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Μέσα από έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΡΙΚ, λοιπόν, κάποια χρόνια πριν, φτάσαμε στο σήμερα να εκπληρώνεται ένα ακόμα όνειρό μου!
Σήμερα το άκουσα για πρώτη φορά και γέμισε η καρδιά μου συγκίνηση…

Πρόκειται για το έργο «Αίτημα θανάτου», το οποίο βρίσκεται διαθέσιμο για ακρόαση ή για κατέβασμα εδώ.
Ή στο YouTube.





***


Το κείμενο που ακολουθεί, είναι μια από τις προσωπικές καταθέσεις μέσα από το βιβλίο που γράφω εδώ και χρόνια για το παιδί ή τα παιδιά μου –ασχέτως αν δεν έχει έρθει ακόμη στη ζωή ή αν θα έρθει τελικά- ή ακόμη για το παιδί μέσα μου αλλά και για κάθε παιδί του κόσμου αυτού. Για κάθε «Χνούδι»…

Οι επιθυμίες και τα όνειρα χρειάζονται ενέργεια και αγάπη, χρειάζονται φροντίδα για να πραγματοποιούνται! Ανοιχτούς ορίζοντες μέσα μας και λαχτάρα παιδική…







4/07/2011 04:54:00 μμ
_Ικανοποιήσεις εντός εαυτού


Έχει μπει η Άνοιξη…
Πλούσια εποχή σε πολλά!
Και ένα από αυτά…: Οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί!
Άρχισα κι εγώ λοιπόν να ψάχνω, να ξεδιαλέγω και να συγκεντρώνω προκηρύξεις διαγωνισμών στους οποίους θα μπορούσα να λάβω μέρος. Άλλοι ποίησης, άλλοι διηγήματος, άλλοι θεατρικού έργου… διάφοροι. Έπεσε μπροστά μου κι ένας διεθνής διαγωνισμός θεατρικού έργου για το ραδιόφωνο, από το BBC, ενδιαφέρων μου φάνηκε και προκλητικός! Κυρίως γιατί το έργο έπρεπε να είναι γραμμένο στα αγγλικά.
«Πότε λήγει η προθεσμία; Α... Σε τρεις ημέρες… Δεν προλαβαίνω με τίποτα. Πάμε στον επόμενο…»
Και συνέχισα να ψάχνω. Όμως κάτι με ενοχλούσε και δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ακριβώς ήταν.
Έπειτα από αρκετή ώρα, ενώ συνέχιζα να ψάχνω πάνω στο ίδιο θέμα, ξανάπεσε μπροστά μου η ίδια προκήρυξη για τον διεθνή διαγωνισμό.
«Α… αυτός είναι που δεν μπορώ να τον προλάβω, είπαμε…»
Και τότε κατάλαβα! Η φράση «δεν μπορώ» μέσα στο κεφάλι μου, έμοιαζε με δυνατή σπρωξιά προς τα πίσω…
«Μα όντως δεν μπορώ να τον προλάβω…», σκεφτόμουν.
Κι έπειτα συλλογίστηκα πως αν κάποιος άλλος –κι όχι ο εαυτός μου– μου έλεγε «δεν μπορείς να το κάνεις», θα πείσμωνα τόσο πολύ που θα προσπαθούσα να αποδείξω πως έχει άδικο.
«Δέχομαι την πρόκληση λοιπόν!!!»

Τρεις ημέρες! Τρεις ημέρες για ένα έργο που οι περισσότεροι υποψήφιοι είχαν περιθώριο πέντε μήνες για να το γράψουν, από τότε που ανακοινώθηκε ο διαγωνισμός. Μεγάλο μειονέκτημα – ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση!
«Θα χρησιμοποιήσω αυτό το εγχείρημα, για να έχω κάτι να απαντώ στον εαυτό μου κάθε φορά που θα γκρινιάζει “δεν μπορώ…”».
Ξεκίνησα εκείνη τη νύχτα. Δεν σταματούσα παρά μόνο για να φάω ή να πιω κάτι και να πάω στο μπάνιο. Από τις 21:00, κατέληξα να μην αντέχω άλλο γύρω στις 6:00 το πρωί. Κατάφερα να ξυπνήσω το μεσημέρι πια, όπου έπεσα και πάλι με τα μούτρα στο γράψιμο από τις 14:00 το μεσημέρι ως τις 3:00 τη νύχτα. Επίσης δίχως περιττές διακοπές, παρά μόνο για τα βασικά. Την επόμενη μέρα πια, ξεπέρασα τον εαυτό μου, καθώς έγραφα αδιάκοπα σχεδόν από τις 12:00 το μεσημέρι ως τις 5:00 το ξημέρωμα… Χτυπούσε το κουδούνι και δεν έκανα καν τον κόπο να δω ποιος είναι από το ματάκι της πόρτας. Φοβόμουν μην συνέβαινε κάτι που θα με ανάγκαζε να παραιτηθώ από την προσπάθειά μου ή να χάσω τόσον χρόνο ώστε να μην τα καταφέρω τελικά.

Όμως κάπου εκεί στο ξημέρωμα, τελείωσα το έργο!

Πονούσαν τα μάτια μου, το σώμα μου είχε πιαστεί άσχημα, ζαλιζόμουν ελαφρά, αλλά τελείωσα!
Η προθεσμία έληγε το απόγευμα της ίδιας μέρας που μόλις ξημέρωνε.
Παρά την κούρασή μου, αδυνατούσα να κοιμηθώ… Πήρα το θεατρικό έργο και άρχισα να το διαβάζω δυνατά, να παίζω τους ρόλους και να το χρονομετρώ. Έπρεπε να διαρκεί μία ώρα για να θεωρηθεί έγκυρο για τον διαγωνισμό. Έφτασα στο τέλος και το χρονόμετρο δεν είχε χτυπήσει ακόμα. Άρχισα να ανησυχώ…
«Ωχ… Έχει μικρή διάρκεια… Δεν μπορώ να το στείλω έτσι…».
Πριν όμως καν προλάβω να απογοητευτώ εντελώς, χτύπησε το χρονόμετρο… Άρχισα να δακρύζω από τη συγκίνηση! Με το δικό μου πρόχειρο «παίξιμο», είχε διαρκέσει ακριβώς 58 λεπτά!
«Τελείωσε!... Τα κατάφερα!...»
Έπεσα να κοιμηθώ με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου, που δεν μπορούσα με τίποτα να το χαλαρώσω! Ήθελα να ήμουν δύο σώματα εκείνη τη στιγμή, για να μπορούσα να με αγκαλιάσω!
Ξύπνησα έπειτα από λίγες ώρες, σύρθηκα ως την κουζίνα, έφτιαξα καφέ και τηλεφώνησα στη Μαρία –τη θεία μου και καθηγήτρια αγγλικών που είχα τότε που ήμουν μαθήτρια– όπου την ρώτησα τις απορίες που είχα σημειώσει στο κείμενό μου με κίτρινο. Μόλις κλείσαμε, έκανα τις τελευταίες διορθώσεις, έγραψα την απαραίτητη περίληψη, συμπλήρωσα την αίτηση συμμετοχής και τα έστειλα!

Δεν ξέρω ποια πρόκειται να είναι η πορεία αυτού του θεατρικού έργου στο εξής, αλλά λίγο με ενδιαφέρει. Ό,τι και να συμβεί, σε κάθε περίπτωση νιώθω κερδισμένη. Με την αποδοχή της πρόκλησης που διέκρινα μπροστά μου, κατέληξα μέσα σε τρεις ημέρες να έχω έτοιμο ένα έργο, που σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχα γράψει, το οποίο ίσως θα μπορούσε να κερδίσει σε κάποιον ή σε αυτόν τον διαγωνισμό, ίσως να μην τύχει να αξιοποιηθεί ποτέ, ίσως να ξεχαστεί κι από εμένα την ίδια ακόμα ανάμεσα στα υπόλοιπα κείμενά μου. Δεν έχει καμία σημασία… Το σημαντικό έργο δεν είναι αυτό που έγραψα, αλλά αυτό στο οποίο επέτρεψα στον εαυτό μου να συμμετάσχει.

Χνούδι, κανένας δεν μπορεί να σου πει τι δεν μπορείς να κάνεις… Και για την ακρίβεια, ούτε καν τι μπορείς να κάνεις… Γιατί ούτε κι αυτό δεν το ξέρει κανείς! Παραδόξως, ούτε κι εσύ πολλές φορές δεν το φαντάζεσαι…
Κάθε στιγμή μπορεί να ενέχει για σένα προκλήσεις, κάθε πρόκληση, ευκαιρίες και κάθε ευκαιρία, προοπτικές. Αν το θελήσεις εσύ, έχεις στ’ αλήθεια την ικανότητα να αποδεχτείς τις προκλήσεις, να αρπάξεις τις ευκαιρίες και να ξεδιπλώσεις τις προοπτικές. Κι αν κάποτε, κάπως, κάπου δεν τα καταφέρεις, τι σημασία έχει; Τι θα έχεις κερδίσει από τις στιγμές εκείνες της πίστης στον εαυτό σου και στις ικανότητές σου; ...Μία προοπτική ακόμα, Χνούδι… Αυτό θα έχεις κερδίσει. Κι έτσι, θα τα έχεις καταφέρει!...
Οι ικανοποιήσεις «εντός εαυτού», όπως επίσης κι εκείνες που προκύπτουν «εκτός σχεδίου», είναι σπουδαία κατορθώματα!...


Κυριακή 8 Μαΐου 2016

✿ Μαμά.





Δεν θα υπάρξει ποτέ «κατάλληλη» ηλικία,
ούτε «κατάλληλος» τρόπος,
ούτε «κατάλληλες» επιλογές…
Πάντα κάτι κερδίζεται και κάτι χάνεται.
Καμια γυναίκα δεν γίνεται μητέρα με «κατάλληλο» τρόπο.

Αν δεν με είχες γεννήσει στα 22, δεν θα με είχες  γεννήσει ποτέ.
Οποιαδήποτε εγκυμοσύνη σου πριν ή μετά από εκείνη τη συγκεκριμένη σύλληψη, θα αφορούσε σε ένα άλλο παιδί, σε μιαν άλλη ψυχή.
Κι ούτε κι εσύ θα ήσουν η ίδια.
Δεν θα είχες κάνει όλα τα υπέροχα που έκανες,
δεν θα είχες κάνει όλα τα λάθη που έκανες,
δεν θα είχες βιώσει όλα όσα βίωσες.
Θα είχες κάνει ένα σωρό άλλα υπέροχα πράγματα,
θα είχες κάνει ένα σωρό άλλα λάθη,
θα είχες βιώσει μια διαφορετική ζωή.

Κι εγώ;…
Εγώ είμαι εδώ επειδή στα 22 σου με κυοφόρησες.
Εγώ είμαι εδώ επειδή κάτι δικό σου έκανες στην άκρη για να έρθω.
Εγώ είμαι εδώ επειδή εσύ έγινες άνω-κάτω, βάρυνες, κουράστηκες, πόνεσες, επειδή το σώμα σου καταπονήθηκε, επειδή η ψυχή σου τρόμαξε μα εσύ τη μάζεψες και με όλη σου τη δύναμη μου άνοιξες την πόρτα να βγω στον κόσμο.
Εγώ είμαι εδώ επειδή χρειαζόταν δύναμη για να έρθω κι εσύ τη βρήκες.
Εγώ είμαι αυτή που είμαι επειδή εσύ αφιέρωσες αυτό που είσαι για να με ταΐσεις, για να με θρέψεις, για να με μάθεις να περπατάω, για να με μάθεις να μιλάω, για να με μάθεις τρόπους συμπεριφοράς και κοινωνικοποίησης, για να με μάθεις να προσπαθώ, για να με μάθεις να ψάχνω, για να με μάθεις να αγαπώ…
Εγώ είμαι αυτή που είμαι επειδή σε θαύμασα και σε αγάπησα βαθιά.
Εγώ είμαι αυτή που είμαι επειδή εσύ έκανες τα λάθη που έκανες. Και σε ευγνωμονώ γι’ αυτά. Και πάντα θα σε ευγνωμονώ γι’ αυτά…
Είμαι αυτή που είμαι επειδή είσαι αυτή που είσαι.
Είμαι, επειδή είσαι.
Είμαστε.
Κι αυτό δεν θα είχε συμβεί αν υπήρχε «κατάλληλη» ηλικία για να με γεννήσεις,
Δεν θα είχε συμβεί αν υπήρχε «κατάλληλος» τρόπος,
Δεν θα είχε συμβεί αν υπήρχαν «κατάλληλες» επιλογές.
Γιατί αυτό θα σήμαινε πως ήξερες τι σε περίμενε και ήσουν «κατάλληλα» προετοιμασμένη.
Μα αν ήξερες, θα τρόμαζες τόσο που ίσως δεν θα βρισκόταν ποτέ η «κατάλληλη» στιγμή.
Ευτυχώς δεν ήξερες!
Ευτυχώς, γιατί λόγω αυτής της άγνοιας σε συνάντησα.
Ευτυχώς, γιατί τελικά μάθαμε και εξακολουθούμε να μαθαίνουμε μαζί.

Μου δώσατε το όνομα της μητέρας σου – με ονομάσατε Ευτυχία.
Αναρωτιέμαι αν γνωρίζεις πως μαζί με το όνομά μου, μου έδωσες και χίλια κλειδιά για να ανοίξω την πόρτα αυτής τής έννοιας· ΕΥΤΥΧΙΑ.
Ευτυχία να σε έχω συναντήσει.
Ευτυχία να έχω πηγάσει μέσα απ’ το σώμα σου.
Ευτυχία να έχω πει τη λέξη «μαμά» και να εννοώ εσένα.
Ευτυχία να έχουμε περάσει τόσα μαζί που να μη μου φτάνουν όλα τα αλφάβητα και οι γραμματικές τού κόσμου για να σου γράψω πόσο ευγνώμων σου είμαι…

Μαμά, σ’ ευχαριστώ για τη ζωή!...

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

✿ Kabhi Khushi Kabhie Gham














Kabhi khushi kabhie gham
Περίμενες μια νεαρή ποιήτρια πάνω από τα τρένα
Kabhi khushi kabhie gham
Είχες για κείνη ένα δοχείο με ιαματικό νερό
Kabhi khushi kabhie gham
Είχε για σένα κάτι. Ήταν για σένα κάτι...
Kabhi khushi kabhie gham
Το νερό γεννούσε κι άλλο νερό
Kabhi khushi kabhie gham
Πάνε χρόνια κι απ' το νερό το ίδιο πίνει
Kabhi khushi kabhie gham
Έκλεισε ένα μυστικό μες στο μικρό κοράλλι
Kabhi khushi kabhie gham
Δεν θα 'ναι ποτέ πια ίδιος ο βυθός
Kabhi khushi kabhie gham
Έτσι σε φωνάζαν τα παιδιά
Kabhi khushi kabhie gham
Και ήσουν αυτός, έτσι κι εκείνη σε θυμάται

Kabhi khushi kabhie gham:
Πότε χαρούμενος, πότε θλιμμένος...

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

✿ Η ζωή των... Π.



Διώξαμε όλα τα σύννεφα, νομίζω…
Έχεις κάποιο ακόμα για μένα;
Κρατώ τις μνήμες, κρατώ και τα όνειρα…
Ανυπόστατα, αγέννητα όλα. 

Χάσαμε κάτι και κάτι κερδίσαμε.
Ρωγμές; Η μνήμη ας είναι καλά, να μη χανόμαστε…
Όχι, δεν πειράζει πια,
Ναι, μας συγχώρεσα…
Ιδίως για ό,τι δεν παλέψαμε αρκετά
Αφού το “αρκετά” ποτέ δεν ήταν για μας αρκετό…



Στο Π. από το Π.
Αγάπη.


Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

✿ Χαράδρα





Τις νύχτες κάποιος σπρώχνει το κρεβάτι μου πιο πέρα 
κι όταν ξυπνώ τα πρωινά, μία χαράδρα 
από το κομοδίνο με χωρίζει και γκρεμίζομαι 
με το που σκύβω για να πιω λίγο νερό. 
Τις νύχτες, είμαι σίγουρη, κάποιος το κάνει 
για να με βάζει το πρωί να διερωτώμαι 
σε ποιο σημείο ζω και υπάρχω κι αναπνέω 
κι αν κάπου αλλού, κάπου πιο κει έπρεπε να ’χω φτάσει. 
Κι ούτε που ξέρω πού θα έφτανα μια μέρα 
αν έπαυα συνέχεια να κλείνω αυτό το χάσμα…         



___________________
Πίνακας: 
Lisa Sleeping 
by 
CONNIE CHADWELL

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

✿ Ο Βράχος...


Μια μέρα θα βρω από τι υλικό είναι καμωμένος αυτός ο βράχος
και θα τον διαλύσω
σαν όνειρο.
Που τον έβαλα θρόνο απάνω στο βουνό μου,
να περιμένει
την ανάγκη των άλλων για ξεκούραση.
Που τον έδεσα σε ένα κομμάτι σύννεφο
και είπα
«να ο φόβος μου».
Που τον κουβαλάω μέσα στην κοιλιά μου,
μέσα στη μήτρα,
τον κυοφορώ.
Που από ολόκληρο παραμύθι,
αυτό που μου έμεινε ήταν οι πέτρες
που έραψε μέσα στην κοιλιά του λύκου ο κυνηγός…
Έμαθα να λυπάμαι τον λύκο,
κάθε που τον έπαιρνε το βάρος
κι έπεφτε στο πηγάδι
και πνιγόταν…

Έπεσα με τον λύκο στο πηγάδι…
Τόσα χρόνια
πέφτω με τον λύκο στο πηγάδι…

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

✿ Μνημόσυνο


Κι όταν επιλέγεις να μη μου μιλάς,
διαβάζω τα γράμματα που σου ’χα στείλει απ’ την Ινδία.
Σου ’λεγα τότε τη μισή αλήθεια μοναχά
γιατί η άλλη μισή θα σε πονούσε.
Πως ήμουν δυστυχής και πως χανόμουν,
ετούτο σου ’κρυβα…
Κι όταν επιλέγεις να μη μου μιλάς,
τι θα μείνει, αναρωτιέμαι, τι θα μείνει
όταν δεν θα ’μαι πλάι σου πια
-δυστυχής ή ευτυχής-
πλάι σου, για να μπορείς να έχεις την επιλογή;
Κι όταν επιλέγεις να μη μου μιλάς,
βραχνιάζει ο λαιμός μου απ’ τη σιωπή.
Θυμάμαι σ’ εκείνο το μνημόσυνο που είχαμε βρεθεί,
τα αρχικά του ονόματος του εκλιπόντος ήταν τα ίδια με τα δικά μου.
«Κοίτα! Θα μπορούσε να είναι το δικό μου μνημόσυνο!», σου είπα.
Βρέθηκες για μια στιγμή στο μνημόσυνό μου
κι εύκολα πάλι επιλέγεις να μη μου μιλάς.
Κι όταν επιλέγεις να μη μου μιλάς,
διαβάζω τα γράμματα που μου ’χες στείλει στην Ινδία.
Να ρουφήξω τις στιγμές, πως με πεθύμησες και να προσέχω,
ετούτα μου ’γραφες.
Τώρα είμαι εδώ.
Και δεν μου μιλάς…
Αυτό επιλέγεις.
Ποια προσοχή;
Ποια επιθυμία;

Με ρουφάνε οι στιγμές…

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

✿ Προπατορικά αμαρτήματα






Είμαι, που λες, μικρός, παιδί μου
και γερνάω σε λιγάκι.
Και πλούσιος είμαι,
τίποτα δεν μου λείπει,
μα καρδιά δεν έχω, παιδί μου,
ελπίζω να μη σε πειράζει
που θα σου λείψουν τα ουσιώδη,
γιατί είμαι πάμφτωχος, παιδί μου.
Και ξένος είμαι,
κι από μένα ακόμη,
μετανάστης κυνηγημένος
και κουβαλώ μώλωπες
κι άλλα σημάδια
κι από βελόνες, παιδί μου,
κι από άλλους σαν κι εμένα,
δίχως έλεος μέσα τους.
Και δίχως μέλλον είμαι, παιδί μου,
γιατί δεν έχω πολλή ζωή,
αρρώστιες έχω,
και η ψυχή μου, παιδί μου,
είναι άρρωστη κι αυτή,
γεμάτη πάθη κι εξαρτήσεις
και τραύματα παιδικά, παιδί μου.
Κι έχω κι ένα όπλο,
θα σου πω σε ποιο συρτάρι
για να το πάρεις στα χέρια σου
αν το χρειαστείς.
Γιατί θα το χρειαστείς, παιδί μου,
θα το χρειαστείς για να σημαδέψεις μια μέρα
τον πιο αδύναμο από τους δυο μας
γιατί θα σε αποκτήσω, παιδί μου,
παρ’ όλα αυτά,
και θα πρέπει να με αγαπήσεις
πριν αρχίσουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον…



Από τη συλλογή
"Υπόγεια (ως ουσιαστικό, ως επίθετο, ως επίρρημα)"



Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

✿ Ψίθυροι και σιωπές


(...γραμμένο το 2009, όμως η... Σπείρα της Ζωής το έφερε πάλι στην επιφάνεια...)




Είσαι μικρό αγόρι,
τρέχεις στον χωματόδρομο μόνος
και τα μαλλιά σου χρυσίζουν στον ήλιο.
Τρέχεις… σ’ ενοχλεί λίγο το γόνατό σου, αλλά δεν σταματάς.
Τρέχεις…
Κάτι μέσα σου κλαίει, γι’ αυτό δεν σταματάς…
Δεν σ’ ενοχλεί που λαχανιάζεις, γιατί ξέρεις πως μόλις σταματήσεις
θα περάσει από μέσα σου με ένταση ο αέρας
και ελπίζεις έτσι πως θα παρασύρει τις στάχτες και τα χώματα
από κάθε σημείο που θα περάσει.
Κι αναρωτιέσαι, έχει σχήμα η ψυχή;
Έχει ύλη;
Πιάνει χώρο μέσα στο σώμα σου;
Και εύχεσαι… μακάρι να έχει ύλη, να έχει θέση συγκεκριμένη μέσα σου…
Να ορμήσει ο αέρας και να την καθαρίσει…
Πάντα σου άρεσαν να είναι καθαρά τα γυάλινα ποτήρια,
δίχως δαχτυλιές και αποτυπώματα χειλιών, δίχως κατακάθια…
Έτσι θέλεις να σου αφήσει ο αέρας την ψυχή σου…
Καθαρή…
Σαν ποτήρι γυάλινο που λαμπυρίζει στον ήλιο…
Ένα ποτήρι καθαρό, να το γεμίσεις με κάτι δροσερό και γλυκό και να πιεις.
Φτάνεις εκεί που θες να σταματήσεις,
πέφτεις με όλη την ορμή του τρεχαλητού σου πάνω στον κορμό ενός γέρικου δέντρου.
Περιμένεις το θαύμα…
Βαθιές, παράφορες εισπνοές,
ορμητικές, σχεδόν βάρβαρες εκπνοές,
θέλεις να καθαρίσουν τα πάντα μέσα σου,
ακόμη κι αν χρειαστεί να ματώσεις…
Θέλεις να καθαρίσει η ψυχή σου,
ακόμη κι αν χρειαστεί να ματώσει κι αυτή…
Κλαις…
«Δεν κλαίω», ψιθυρίζεις.
«Καθαρίζω την ψυχή μου, δεν κλαίω…»
«Το ξέρω…», νομίζεις πως σου ψιθυρίζει το δέντρο.
«Το ξέρω…» - είσαι σίγουρος, δεν νομίζεις…
Και πλησιάζεις το αφτί σου περισσότερο.
«Κάποτε όλα θα είναι αλλιώς… Θα περιμένω… Θα περιμένω να μου πεις…», σου ψιθυρίζει…


***


Είναι μικρό κορίτσι,
περπατά αργά, με σκυμμένο το κεφάλι και σκέφτεται.
Κάτι μέσα της χαμογελάει…
Λίγο πριν,
κλαίγοντας,
είχε αφήσει στον γέρικο κορμό ενός δέντρου
που της έμοιαζε σαν να κλαίει κι αυτό,
όλο της το παράπονο,
μια ευχή
και μια ερώτηση.
«Δεν κλαίω…» νόμιζε πως της είπε το δέντρο.
«Καθαρίζω την ψυχή μου, δεν κλαίω!...» - ήταν σίγουρη, δεν νόμιζε…
«Το ξέρω…», απάντησε εκείνη ανακουφισμένη.
«Το ξέρω… Κάποτε όλα θα είναι αλλιώς… Θα περιμένω… Θα περιμένω να μου πεις…», ψιθύρισε στο δέντρο…


***


Πάντοτε σε πιάνει ρίγος
μπροστά σ’ ένα δέντρο
που σιωπά…
Σιωπά και περιμένει
αυτό που περιμένεις κι εσύ…
πότε θα ξέρεις
με την ψυχή σου καθαρή
να του πεις…
Σαν το ίδιο το δέντρο να έκανε μια ευχή
και να σε ρώτησε πώς να την πραγματοποιήσει…
Κι εσύ να έχεις αφοσιωθεί στον σκοπό
να βρεις την απάντηση
και να του τη δώσεις…

Κι εκείνη
πάντοτε την πιάνει ρίγος
μπροστά σ’ ένα δέντρο
που σιωπά…
Σιωπά κι αυτή
και περιμένει…
πότε θα της πει…
Και κάτι μέσα της χαμογελάει ακόμα…

  

και κανείς δεν θα μάθει ποτέ
ποιος βοηθάει ποιον…
ποιος ρωτά και ποιος απαντά…
Αλλά δεν έχει
καμία
σημασία
τελικά. 

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

✿ Το άρωμα του βασιλικού και της αγάπης



«…Κάθονται αντικριστά. Εκείνη χωμένη στην εσωτερική θέση του μικρού καναπέ, πλάι στην τζαμαρία, κι εκείνος στην πολυθρόνα απέναντί της. Απάνω στο χαμηλό τραπεζάκι ανάμεσά τους υπάρχει ένα μικρό γλαστράκι με βασιλικό. Εκείνη γέρνει μπροστά, χαϊδεύει τα εξωτερικά του φύλλα κι έπειτα φέρνει το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό της και το μυρίζει. Κλείνει τα μάτια και η μορφή της φωτίζεται από ένα ελαφρύ χαμόγελο απόλαυσης.
-Είναι υπέροχο το άρωμά του… Δεν μπορώ να τον αφήσω σε ησυχία!…
Απλώνει και τα δυο χέρια της και παίρνει πλέον το γλαστράκι στην αγκαλιά της. Συνεχίζει να χαϊδεύει τα φύλλα του και να απολαμβάνει το άρωμα, που απλώνεται έντονα στον χώρο.
Ξαφνικά προβληματίζεται με μια έντονη παιδικότητα στην έκφρασή της.
-Λες να τον κατσιάσω και να τον βρω το πρωί μαραμένο;
-Αντιθέτως, τόση αγάπη που παίρνει από σένα απόψε, ίσως αύριο που θα ξυπνήσεις να τον βρεις να έχει μεγαλώσει τόσο πολύ για να σε ευχαριστήσει, που να έχει απλωθεί σε ολόκληρο τον χώρο, από τοίχο σε τοίχο! Το φαντάζεσαι;
-…Ένας πελώριος βασιλικός; Αν τόσο μικρούλης έχει τόσο μεθυστικό άρωμα, άμα μεγαλώσει όσο λες, θα με πνίξει! Άσε που θα με εγκλωβίσει και δεν θα μπορώ να βγω από εδώ μέσα…
Γελούν και οι δυο με τις ουτοπικές σκέψεις τους κι έπειτα σηκώνονται και πηγαίνουν για ύπνο.
Το επόμενο πρωί ο βασιλικός θα είναι ίδιος – ούτε μαραμένος, ούτε υπερφυσικά μεγάλος. Το ζευγάρι θα ασχολείται μαζί του όταν θα έχει την επιθυμία, αγνοώντας πως η ύπαρξή του ανάμεσά τους, τούς ώθησε να εξωτερικεύσουν τις πραγματικές τους πεποιθήσεις για κάτι περισσότερο από απλώς ένα γλαστράκι με βασιλικό…     

Κάποιον καιρό μετά, εκείνη θα ανησυχεί μήπως ασχολείται παραπάνω απ’ όσο πρέπει με τον σύντροφό της και θα αρχίσει μέσα της να φωλιάζει ο φόβος μη τυχόν και τον κουράσει. Αυτός ο φόβος θα την ωθεί να παίρνει αποστάσεις. Ο σύντροφός της από την άλλη, θα αισθάνεται την ανάγκη να ανταποκρίνεται με τον πιο έντονο τρόπο στη δική της φροντίδα, φτάνοντας κάποιες φορές στην υπερβολή για να την ευχαριστήσει. Αυτό θα αρχίσει να την πνίγει, να την κάνει να αισθάνεται εγκλωβισμένη.
Θα χωρίσουν κάποια μέρα μέσα σε διαφωνίες και πιθανές εντάσεις, καθώς θα αισθάνονται πως αδυνατούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον πια. Ενδεχομένως και να ξεστομίσουν εκφράσεις όπως “άλλαξες, δεν ήσουν έτσι…”.
Τα χρόνια θα περάσουν και είναι πιθανό να μην καταλάβουν ποτέ πως πάντα ήταν έτσι· πως ήταν έτσι όταν γνωρίστηκαν, όταν ερωτεύτηκαν, όταν αγαπήθηκαν. Πως δεν χώρισαν επειδή άλλαξαν και μετατράπηκαν σε κάτι άλλο από αυτό που γνώριζαν, αφού ουσιαστικά οι βαθιές αυτές πεποιθήσεις τους είχαν ήδη εκφραστεί καιρό πριν… Άλλο αν δεν αφουγκράστηκαν πραγματικά ο ένας τον άλλον...
Και θα μπορούσαμε να φανταστούμε διάφορα, χάριν δραματικότητας, όπως ότι ο άνδρας και η γυναίκα θα γεράσουν χώρια και όταν θα πεθάνουν πια, οι κοντινοί τους άνθρωποι θα τοποθετήσουν στα μνήματά τους από ένα γλαστράκι με βασιλικό, εις μνήμην της συνήθειας και των δύο να χαϊδεύουν μελαγχολικά τα φύλλα του βασιλικού και συχνά να δακρύζουν στο άρωμά του κατακλυσμένοι από αναμνήσεις.
Θα μπορούσαν όμως επίσης και να ξανασμίξουν μια μέρα, όταν ο ένας από τους δύο θα κατανοήσει πρώτος πως η αγάπη είναι τόσο ταπεινή και σπουδαία, όσο μπορεί να είναι κι ένα γλαστράκι με βασιλικό. Όπου τότε θα πάρει στα χέρια του το γλαστράκι με τον μαραμένο πλέον, λόγω έλλειψης φροντίδας, βασιλικό από το χαμηλό τραπεζάκι και θα πάει να βρει τον άλλον λέγοντάς του “Θέλεις να τον φροντίσουμε μαζί και να τον κάνουμε να ανθίσει πάλι; Να μάθουμε μαζί τις ισορροπίες ώστε να μην ξαναμαραθεί;…”»
«Και ποιος απ’ τους δυο σας έφερε στον άλλον τον μαραμένο βασιλικό, μαμά;»
«Ο πατέρας σου… Και τότε κατάλαβα κι εγώ…»
«Είναι υπέροχο το άρωμά του, μάνα! Απλώς ώρες ώρες μου φαίνεται τόσο βαρύ, που δεν το αντέχω…»

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

✿ Το γράμμα που λείπει...



Ίσως να ήθελε να γράψει
για τη μαγεία του «μαζί»,
για τη μεγαλοψυχία που μπορεί ολοένα να μικραίνει, αλλά δεν έχει ακόμα μηδενιστεί,
για το μεγαλείο που κρύβεται σε μια μέλισσα τη στιγμή που κεντρίζει κι αμέσως μετά πεθαίνει,
για τη μέθη που προκαλεί μια μελαγχολική μελωδία τα μεσάνυχτα,
για τη μήτρα της μοναξιάς που ποτέ δεν μένει στέρφα,
για το χέρι πάνω στο μέτωπο, πάνω στο μάγουλο της μνήμης,
για τη μάχη ενός μυστικού να μην τραβήξει μαχαίρι,
για το σπαρακτικό μοβ ενός μενεξέ,
για τα μάτια που ουρλιάζουν «μακάρι!»
και για τα μάτια που ουρλιάζουν «μαμά!...»,
για το μέλλον, που όλο ξεμακραίνει από το μάλλον,
για όλα τα μείον που οδηγούν στο μηδέν,
για το μίσος μιας μαργαρίτας που μαδήθηκε ενώ εξαρχής κραύγαζε «σ’ αγαπά!»,
για τη μελανιά του μισεμού στο σώμα ενός μωρού που όλο μικραίνει,
για το μαύρο των μακρινών και το μαβί το μονοπάτι που τα ενώνει,
για το μελάνι που κάποτε θα γράψει για τελευταία φορά το όνομά μας,
για το μαλακό μαξιλάρι που αναπαύουμε τη μάσκα μας τις νύχτες,
για τη μυρωδιά από μπαρούτι μπροστά στις εισόδους των πιο μεγάλων μας ονείρων,
για το μετάξι της μουσικής γύρω από της σιωπής τον λαιμό,
για τον μύθο μιας μέρας που μεγάλωσε για να χωρέσει τα μυστήρια της νύχτας,
για τους μαγνήτες που μας ενώνουν και τις μανίες που μας χωρίζουν…
Ίσως και να 'θελε να γράψει για όλα αυτά,
μα να μην ξέρει πώς να αρχίσει,
της λείπει ένα γράμμα...
   
Από τη ζωή της λείπουν πολλά.
Κάποια πρωινά σηκώνεται με δυσκολία απ’ το κρεβάτι
και σκοντάφτει πάνω σε αμέτρητα «μη!».
Αχ, Αγγελικούλα μου, το «μη!» έπρεπε να χαθεί,
Όχι το «μι»…




*Για το Αγγελάκι από την Κρήτη,
που έχει χάσει το «μι» από το πληκτρολόγιό της…!

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

✿ Παραλήρημα της τρίτης ηλικίας ενός τριαντάφυλλου




Η τριανταφυλλιά κάτω απ’ το παράθυρο είναι κοραλλί. Εγώ τις πορτοκαλοκίτρινες αγαπώ. Αλλά αυτή έξω είναι κοραλλί. Θα ήθελα να τη βάραινε μια όμορφη ιστορία, να μου την είχε χαρίσει κάποιος σπουδαίος άντρας της ζωής μου, να συμβόλιζε για μένα τον πόθο του εραστή, να ήταν αυτή που έμεινε όταν εκείνος χάθηκε, αλλά όχι… Κάποιος την πέταξε στα σκουπίδια μαζί με τη σπασμένη γλάστρα της. Γύριζα απ’ τον γιατρό τη μέρα εκείνη, αδύναμη κι εγώ. Πώς με καθρέφτισε πλάι στον κάδο και της έριξα και δεύτερη ματιά. Αυτό είναι όλο, καμιά όμορφη ιστορία… Μια πεταμένη τριανταφυλλιά σε μια σπασμένη γλάστρα πλάι στα σκουπίδια. Τη μάζεψα και τη φρόντισα. Είναι τώρα πια κι αυτή γριά. Έχω αφόρητους πόνους στα πόδια και στη μέση. Ο Νικήτας μού φέρνει τα ψώνια και του δίνω κάτι παραπάνω για να βγαίνει να την ποτίζει και, όταν είναι ο καιρός, να την κλαδεύει λιγάκι. Ξέρει αυτός πόσο πρέπει. Αν ήμουν κι εγώ νέα όπως ο Νικήτας, νομίζω πως εκείνος θα με ερωτευόταν πολύ. Κι εγώ δεν θα του έδινα καμία σημασία. Το βλέμμα μου θα τον διαπερνούσε σαν να ήταν διάφανος. Τώρα τον βλέπω. Μου φέρνει τα ψώνια, με πηγαίνει στον γιατρό, ποτίζει και ξέρει πόσο πρέπει να κλαδεύει την τριανταφυλλιά μου. Αυτά μου αρκούν πια για να τον βλέπω. Πώς του τον φύτεψε η μάνα του τόσον σεβασμό; Αν ήταν γιος δικός μου, φοβάμαι πως δεν θα έδινε καμιά σημασία σε μια σακάτισσα γριά όπως είμαι εγώ. Αυτός όμως με πονάει. Μια γριά γειτόνισσά του είμαι μονάχα, μα με πονάει. Με τι μαγιά τον ζύμωσε η μάνα του; Δεν ξέρω. Μα αν δεν τον είχε σακατέψει αυτή, θα ήμουν ολότελα μόνη τώρα. Όλοι οι έρωτές μου, μού χάρισαν κάποτε ένα τριαντάφυλλο. Γι’ αυτό είμαι τόσο μόνη σήμερα. Γιατί έμαθα να καθρεφτίζομαι στα τριαντάφυλλα των εραστών μου. Χαριζόμουν με ιδιοτέλεια, ώσπου μαραινόμουν. Και κανείς τους δεν σκέφτηκε ποτέ να μου χαρίσει ένα πορτοκαλοκίτρινο τριαντάφυλλο· να μαραθώ και πάλι, αλλά να έχω ζήσει στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος... Γι’ αυτό είμαι τόσο μόνη σήμερα…  Δεν πειράζει που πονάνε τόσο τα πόδια μου και η μέση μου, περισσότερο με τρομάζει που αν μπορούσα να περπατήσω, δεν θα είχα πού να πάω. Αν είχα μια κόρη, θα της έλεγα να μη γίνει το τριαντάφυλλο κανενός. Αυτή θα με μισούσε τόσο πολύ μια μέρα και θα ερωτευόταν τον Νικήτα για να μ’ εκδικηθεί. Ευτυχώς που δεν έχω κόρη… Δυο να με μισούνε είναι πολύ. Κι ο ένας ζει μέσα μου… Στις έξι και μισή θα έρθει ο Νικήτας. Δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί τελικά… Είμαστε ζυμωμένοι και οι δυο μ’ εκείνη τη μαγιά που κάνει τους ανθρώπους να φροντίζουν τις πεταμένες σακάτικες τριανταφυλλιές με τις σπασμένες γλάστρες. Μακάρι να μην έχω πεθάνει ως τις επτά, έχω να του ζητήσω μια σημαντική χάρη. Να την πάρει από δω την τριανταφυλλιά. Και να τη φροντίζει ώσπου να βρει κάποια μέρα μια γυναίκα σαν την κόρη που δεν απέκτησα ποτέ και να της τη χαρίσει. Να αποκτήσει επιτέλους αυτή η τριανταφυλλιά μια όμορφη ιστορία να τη βαραίνει. Και να μπορέσω κι εγώ να πεθάνω χωρίς να καθρεφτίζομαι στα τριαντάφυλλα κανενός… Μόλις θα φύγει ο Νικήτας… Και καθώς θα με λούζουν τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος…

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

✿ Η νύμφη της γενέτειρας


Ένιωθα τις δονήσεις σου
μέσα απ’ την κοιλιά της μάνας μου.
Σε γνώρισα με τις αισθήσεις της
πριν καν αρχίσεις να καταλαμβάνεις τις δικές μου.
Οι μυρωδιές σου,
οι ήχοι σου,
οι γεύσεις σου,
οι εικόνες σου
οι υφές σου
αναστάτωναν το κουκούλι μου
και μ’ έκαναν δική σου νύμφη.
Είμαι το γέννημα και το θρέμμα σου,
είμαι ο καρπός της ιστορίας σου
και κλείνω μέσα μου τον αυριανό σου σπόρο.
Είμαι το δάκρυ σου, το γέλιο σου,
ο εκ των έσω θαυμαστής σου.
Δεν μπορούμε να βρούμε μια λύση,
πατρίδα μου;
Χανόμαστε, νομίζω…
Έτσι θα την περάσουμε τη ζωή;
Εσύ να δυσκολεύεσαι να με χωρέσεις
κι εγώ να δυσκολεύομαι να σε συγχωρέσω;
Κουβαλάς τόσο φως μέσα απ’ τους αιώνες
κι εγώ είμαι απλά μια πεταλούδα σου.
Θα με κάψεις όπου να ’ναι…

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

✿ Εσύ γιατί τέτοια έχθρα;



Κάποιες νύχτες
ξοδεύομαι σε δικά σου μνημόσυνα
και λιβανίζω την εικόνα σου μ' ένα τσιγάρο.
Την εικόνα σου... μόνο εκείνη κράτησες,
να μπορώ να σε γνωρίσω στον δρόμο άμα σε δω...
Όλο τον υπόλοιπο εαυτό σου
πώς σου πήγε η καρδιά να τον σκοτώσεις;
Κάποιοι τον αγαπούσαν πολύ,
εσύ γιατί τέτοια έχθρα;...

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

✿ Έλληνας μετανάστης


Εδώ
κάθομαι σε ξένα μάρμαρα,
τα αγάλματα δεν μιλούν για επιστροφές
κι έτσι δεν φαίνεται να υπάρχει κανείς τριγύρω
που να μοιράζεται
το ίδιο παράπονο μ' εμένα…
Κι εδώ γελούν οι άνθρωποι,
μα για την εξαπάτηση
έχουν άλλες λέξεις,
δεν λένε «με γέλασες…»
με βλέμμα πικρό.
Εδώ
μόλις μιλήσω
με ρωτούν για την πατρίδα μου.
«Σε προδίδει η προφορά σου», μου  λένε.
«Η πατρίδα μου με προδίδει», απαντώ εντός μου,
«μα ακόμα κι έτσι,
ούτε και η γλώσσα μου
δεν αντέχει να την ξεχνά…».
Εδώ
η πατρίδα μου είναι η πιο στεναχτική μου θύμηση.
Κι ο στεναγμός μου εδώ,
η πατρίδα μου…


Τρίτη 29 Μαΐου 2012

✿ Ανθρωπάκι από καμμένα σπίρτα...

Είδα στον ύπνο μου
πως μίκρυνες ξαφνικά τόσο πολύ,
ένα μικροσκοπικό μωρό έγινες
με συνείδηση ενηλίκου.
Τόσο μικροσκοπικό,
που χωρούσες στη μισή μου χούφτα.
Και ήσουν ξαπλωμένο μέσα στην παλάμη μου,
ξεγυμνωμένο πια,
ζαρωμένο και άσχημο,
μα σ’ αγαπούσα πολύ ακόμα κι έτσι
και σε φρόντιζα,
σε προστάτευα
και σε έκρυβα από τους άλλους
για να μην πέσουν πάνω σου να σε περιεργαστούν,
τόσο εύθραυστο πλάσμα και περίεργο
που έγινες ξαφνικά…
Και για να μην αρρωστήσεις από τη ζέστη
σε έκλεισα για λίγο στο ψυγείο,
μέσα σε ένα κουτάκι.
Μα σε είχα στον νου μου
μην παγώσεις,
μην τυχόν και δεν μπορείς να αναπνεύσεις.
Έπειτα σε έβγαλα,
άνοιξα το κουτάκι
και είχες αλλάξει μορφή πάλι…
Μίκρυνες κι άλλο,
ένα τόσο δα ανθρωπάκι έγινες
φτιαγμένο από καμμένα σπίρτα
κι αυτό κοκαλωμένο από την ψύξη.
Ήθελα να σε ζωντανέψω πάλι,
μα φοβόμουν μην ταραχτείς όταν συνέλθεις
και το βάλεις στα πόδια.
Και τότε παρατήρησα πως το δεξί σου χέρι
ήταν κολλημένο στον πάτο του κουτιού.
Άρχισα να σε ζεσταίνω με την ανάσα μου
και απογοητευόμουν που δεν σάλευες…
Λίγο πριν χάσω κάθε ελπίδα,
άρχισες να ξεπαγώνεις και να κουνιέσαι.
Ταράχτηκες και πήγες να το βάλεις στα πόδια…
όμως το δεξί σου χέρι σε κράτησε μέσα στο κουτί.
Ήσουν ζωντανό…
Μα ποια θα μπορούσε να είναι πια η σχέση μας;
Ήσουν πλέον
ένα μικροσκοπικό
ανθρωπάκι
από καμμένα σπίρτα…
Ξύπνησα.
Τα πιο περίεργα όνειρα, σκέφτηκα,
κρύβουν τις βαθύτερες αλήθειες μας
…και το ξέρεις αυτό…



Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

✿ Από πέντε λέξεις, μια μοβ ανάμνηση...


Βλέφαρα
Ξέθαψα μια μνήμη
και ήρθες μαζί της
- πολύ ρηχός για ανάμνηση,
πολύ γοητευτικός για λήθη -
και τότε (...έχω ξεχάσει πόσα χρόνια)
μ' αυτή τη γοητεία και την επιπολαιότητα
ξεγελούσες...
Εγερνε σιγά σιγά ο καιρός προς τη δύση
κι ένα απόγευμα
έγειρα στα πόδια σου
κι έκανα πως κοιμόμουν.
Ηθελα να καταλάβω τι ήταν αυτό που θα έχανα...
Περνούσες αργά τα δάχτυλά σου πάνω στο πρόσωπό μου
και περνούσαν μυστικά τα χρόνια από μέσα μου.
Τα χρόνια που θ' ακολουθούσαν - χωρίς εσένα...
Ανοιξα τα μάτια,
τα δάχτυλά σου έξω απ' τα βλέφαρά μου.
«Βάφεις πολύ μαύρα τα μάτια σου...»
Δεν σου μίλησα...
«Θα βάψεις μια μέρα τα βλέφαρά σου μοβ;...»
Δεν σου μίλησα...
Πέρασαν μέρες
Κατέβηκες στην παραλία
και με βρήκες στον βράχο. Σε περίμενα.
Σε περίμενα με τα βλέφαρα βαμμένα μοβ
και μ' ένα παράπονο... Χωρίς αφορμή.
Χαμογέλασες...
Έδυσε ο ήλιος κι ο ουρανός βάφτηκε μοβ κι αυτός.
 Μάχη
Τα παιδιά βρήκαν ένα σκυλί
που έδινε μάχη να ελευθερωθεί από τρία αγκίστρια.
Κι όσο πάλευε,
τόσο πιο βαθιά έμπαιναν αυτά στο δέρμα του.
Σκούρο μοβ το βλέμμα τ' ουρανού...
Κόψαμε τις άκρες απ' τα δυο αγκίστρια και τα αφαιρέσαμε.
Το τρίτο είχε περαστεί άσχημα στη μύτη του...
Δεν φαινόταν η άκρη.
Σπαρταρούσε από τον πόνο...
Βρήκαμε ένεση αναισθητική - μεγάλη ιστορία...
Κοιμήθηκε. Κι όμως με κάθε προσπάθεια
να βγάλουμε το τελευταίο αγκίστρι,
έτρεμε και σκόρπιζε λυγμούς...
Προσπάθησαν κάποιοι...
Μάταια...
Μου είπες να φύγουμε.
Το σκυλί έτρεμε.
«Δεν φεύγω...»
Έτρεμα κι εγώ...
Οποιος προσπαθούσε,
υποχωρούσε λίγο αργότερα.
Πίστη
Σταθήκαμε όλοι πάνω από το σκυλί,
κανείς δεν μιλούσε.
Σε κοίταξα,
το βλέμμα σου έλεγε ακόμη να φύγουμε...
Κάθισα στον τσιμεντόλιθο,
πήρα στα πόδια μου το σκυλί.
Τι είδους πίστη ήταν τάχα μου αυτή;
Τι νόμιζα;...
Λάθος
Τα παιδιά επέμεναν πως ήταν λάθος,
πως ίσως να του προκαλούσα αιμορραγία
σπάζοντας κάποιο αγγείο.
Δεν μιλούσα...
Τι νόμιζα;
Τι νόμιζα;...
Σταμάτησα να προσπαθώ...
Ξάπλωσα το σκυλί κάτω,
σηκώθηκα και χωρίς να σε κοιτάξω
έτρεξα στο σπίτι.
Τα μάγουλά μου είχαν γεμίσει μοβ δάκρυα...
 Παράπονο
Επέστρεψα μετά από τρεις ώρες.
Κάθισα στο παγκάκι και σε περίμενα.
Σε περίμενα με τα μάτια βαμμένα μαύρα
και μ' ένα παράπονο... Πολλές οι αφορμές...
Και ήρθες, όπως τώρα,
- πολύ ρηχός για ανάμνηση
πολύ γοητευτικός για λήθη -
έγειρες στα πόδια μου
κι έκανες πως κοιμόσουν...
Κατάλαβα τι ήταν αυτό που θα έχανα...
Μου έλειπες ήδη...
Μαύρο το βλέμμα τ' ουρανού...
Τι νόμιζα;


...Ο σκύλος έζησε,
μου είπαν...  

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

✿ …και έκλεισε η πόρτα του ασανσέρ


…και έκλεισε η πόρτα του ασανσέρ.
Πήγα να μπω στο σπίτι κι εγώ, αλλά έκανα ξανά ένα βήμα προς τα έξω
και ήμουν σίγουρη εκείνη τη στιγμή
πως αυτός ο ήχος από τον τέταρτο ως το ισόγειο
δεν είχε ξανακουστεί πιο γλυκά μελαγχολικός…
Η ευτυχία μου ήταν για κάποια δευτερόλεπτα κλεισμένη σε ένα μεταλλικό κουτί
– τρίτος, δεύτερος, πρώτος, ισόγειο–
Η ευτυχία μου ήταν εδώ…
–απόγειο–
Τι χαζό να σκεφτώ πως έμεινα μόνη μου σαν έφυγαν;
Η ευτυχία μου είναι εδώ,
είμαι γεμάτη!
Οι φίλοι μου
είναι υπέροχοι
σαν την ελευθερία μου – ανεκτίμητοι
σαν τη θέα από το μπαλκόνι μου – συναρπαστικοί
σαν τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός έξω από τα παράθυρά μου – ονειρεμένοι
Οι φίλοι μου είναι υπέροχοι,
αυτοί είναι η ευτυχία μου.
Τα γέλια τους πότισαν τους τοίχους του σπιτιού.
Κάθισα στον καναπέ και κοίταξα τριγύρω,
ακόμα τους έβλεπα, ακόμα τους άκουγα,
ακόμα χαμογελούσα.
Δεν μάζεψα τίποτα,
αύριο το πρωί
θα βρω τα αποτσίγαρά τους,
τα απομεινάρια από το γλυκό τους,
στη σειρά τις παντοφλίτσες που φορούσαν
και θα ξεκινήσω τη μέρα καθαρίζοντας με την καρδιά μου γεμάτη.
Πριν σβήσω το φως για να κοιμηθώ,
οι φωτογραφίες στον αντικρινό τοίχο
αρχίζουν να «μιλάνε»
και να λένε ιστορίες
και κάπου ανάμεσα
να μου λένε πως
στον κόσμο των μεγάλων είμαι παιδί ακόμη
και σαν παιδί τους φίλους μου αγαπάω
κι έχω έναν κόσμο να μοιράζομαι μαζί τους
προστατευμένο από κάθε τι «μη μαγικό».

Έσβησα το φως,
ξαναμπήκα στον κόσμο μου τον μαγικό για να τους συναντήσω.
Έβγαλα το ρολόι μου
και το άφησα στην είσοδο.
Οι φίλοι μου μου το έμαθαν κι αυτό!
Προστατεύουμε τον «κόσμο» μας και από τον χρόνο.
Βέβαια κάθε μισή ώρα
ακούμε την ώρα από το εκκρεμές και τρομάζουμε,
αλλά αυτό κάπως ταιριάζει πια στον «κόσμο» μας
κι έτσι το κρατάμε!...

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

✿ Η μολυβοθήκη

(Παίζοντας παιχνίδια αυτοματικής γραφής με τον Λ., ένα απόγευμα του 2008 στο Αιγάλεω...
-Αμάν, μωρέ! Ένα καλό τέλος δεν μπορούσες να βάλεις;...
-Όχι! Μπορεί και να έχω αλλεργία στο καλό τέλος!...)



Την έχω πάνω στο γραφείο μου για περισσότερα από τέσσερα χρόνια. Αρχικά την αγόρασα με σκοπό να βάλω σε τάξη τα στυλό που αρμένιζαν από δω κι από κει.
Έπειτα συνειδητοποίησα πως κάτι που χρησιμοποιείς για να φέρεις την τάξη σε έναν τομέα, είναι ικανό να αναστατώσει έναν άλλον.
Ένα παιχνίδι σοβαροφανές ή, ακόμα χειρότερα, ένα φαινομενικά παιχνιδιάρικο “βίτσιο” για σοβαρές αποφάσεις. Και δεν είμαι σε θέση πια να θυμηθώ αν έτσι το ξεκίνησα μέσα στο μυαλό μου εξαρχής ή αν έγινε δημιούργημά του με τον καιρό, με απώτερο σκοπό να με κάνει να… “καταδικάζω” τους ανθρώπους δίχως δισταγμό.

Πρωί κάποιας Τετάρτης.
Ξενυχτισμένος και κακόκεφος, ανίκανος να σκεφτώ καθαρά, πόσω μάλλον να πάρω αποφάσεις. Ο πρώτος πελάτης που μπήκε στο γραφείο μου, σκέτη κατάρα… Μαυροντυμένος, και από ρούχα και από αύρα, επίσης κακόκεφος, απρόθυμος να συνεννοηθεί. Ό,τι έπρεπε για να με κάνει να σκεφτώ ως γοητευτικό το ενδεχόμενο να μην είχα ξυπνήσει το πρωί. Αλλά μιας και ξύπνησα, είπα να κάνω έστω μια προσπάθεια να συνεννοηθώ μαζί του. Δύσκολο εγχείρημα. Ο άνθρωπος εκείνος ήταν τόσο ύπουλος, τόσο πονηρός και κουραστικός, που κάποια  στιγμή έφτασα στο σημείο να σκεφτώ ως γοητευτικό και το ενδεχόμενο να μην είχε ξυπνήσει αυτός εκείνο το πρωί… Αλλά γρήγορα συνετίστηκα.
Με τα πολλά, καταφέραμε να βρούμε τη χρυσή τομή. Συντάξαμε το απαραίτητο καταστατικό – πάντα υπό το ύπουλο και πονηρό του βλέμμα – και έμεναν μονάχα οι υπογραφές για την ώρα. Του υπέδειξα το σημείο που έπρεπε να υπογράψει κι εκείνος άπλωσε το χέρι στη μολυβοθήκη για να πάρει ένα στυλό. Δίστασε για λίγο μη ξέροντας ποιο να διαλέξει ανάμεσα σε δυο κόκκινους, δυο κίτρινους, δυο πράσινους, δυο μπλε κι έναν μαύρο.
«Όλοι μπλε γράφουν...», του είπα για να τον βγάλω από τις σκέψεις. Μα αυτός παρέμεινε αναποφάσιστος. Ώσπου επιτέλους κατέληξε… Στον μαύρο. Τον ένα και μοναδικό μαύρο. «Εμ… τι άλλο θα διάλεγες εσύ;», σκέφτηκα.
Την ίδια σκέψη έκανα και για την κυρία που ακολούθησε έπειτα από τον κύριο.
Υπέροχη ύπαρξη, υπέροχη προσωπικότητα, θετικός άνθρωπος, ειλικρινής και διασκεδαστικός. Όπως επίσης και λιγάκι ασυνεπής, καθώς ήταν η τρίτη φορά που επισκέφτηκε το δικηγορικό μου γραφείο για την ίδια υπόθεση, λόγω του ότι πάντα ξεχνούσε κι από ένα απαραίτητο έγγραφο.  Εκείνη τη μέρα τα είχε φέρει όλα.
Οπότε φτάσαμε στη στιγμή της επιλογής του στυλό.
«Κόκκινο…», στοιχημάτιζα μέσα μου με όλη μου τη σιγουριά.
Τα δάχτυλά της πλησίασαν τη μολυβοθήκη μου.
«Όλα μπλε γράφουν…», την πρόλαβα.
Χαμογέλασε και δίχως δεύτερη σκέψη άρπαξε έναν κόκκινο.
Για εντελώς φετιχιστικούς λόγους, της ζήτησα έναν χρόνο αργότερα, όταν δέχτηκε να με παντρευτεί, να υπογράψει τις άδειες του γάμου με κόκκινο στυλό (που να γράφει μπλε φυσικά!).
Κι από τότε, από εκείνη τη μίζερη, μέχρι την εμφάνιση εκείνης, Τετάρτη, χρησιμοποιώ αυτό το “παιχνίδι” με όλους τους πελάτες μου. Και, λες και είναι κάποιο σοβαρό τεστ, σπανίως πέφτει έξω!

Πρωί της προχθεσινής Τετάρτης. Τα δάχτυλα της γυναίκας μου απλώθηκαν πάνω από τη μολυβοθήκη με τα πολύχρωμα στυλό του δικηγόρου.
«Όλοι γράφουν μπλε…», της είπε.
Οπότε εκείνη, χωρίς δεύτερη σκέψη, άρπαξε έναν μαύρο και υπέγραψε το διαζύγιο…

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

✿ Μηχανικά

Πρέπει να είμαι κωμική τη στιγμή που βγαίνω από το σπίτι! Κάνω να κλείσω την πόρτα και το σκέφτομαι. Κάνω μονάχη μου γκριμάτσες επιβεβαίωσης, κάτι σαν «πορτοφόλι... πήραμε, mp3... πήραμε, κινητό... πήραμε». Και το ίδιο για ό,τι θεωρώ απαραίτητο να βρίσκεται μαζί μου κάθε φορά. Κι όταν η απάντηση είναι σε όλα «ναι», κλείνω την πόρτα, κλειδώνω και κατεβαίνω το σκαλοπάτι. «Ωπ! Να τι δεν πήραμε!» ξανανεβαίνω, ξεκλειδώνω, ξαναμπαίνω μέσα και άντε πάλι το ίδιο σκηνικό έξω από την πόρτα.  Κάποιες φορές πηγαίνω ως τη γωνία, για να επιστρέψω πάλι, ίσως και για τρίτη φορά.
Σήμερα έστριψα δίχως επιστροφές! Α!Πολύ περήφανη ένιωσα!... Και ακόμα περισσότερο τώρα που είναι νύχτα και έχω πλέον διαπιστώσει για τα καλά πως δεν ξέχασα τίποτα. Εκεί, λίγο μετά τη γωνία, ο παππούς με τις γαλάζιες ή τις μπεζ πυτζάμες στο παράθυρο. Πάντα λέω πως θα τον κοιτάξω μόνο για λίγο, μα δεν τα καταφέρνω. Και σήμερα τον κοίταξα πάλι για αρκετές στιγμές. Μια καλησπέρα όμως δεν του έχω πει έναν χρόνο τώρα. Μόνο κοιτάζω και σκέφτομαι. Αν είναι καλός, αν είναι δύστροπος, αν έζησε άσχημα ή όμορφα, αν μένει με την οικογένειά του ή με κάποια γυναίκα ίσως που τον προσέχει, αν είναι μελαγχολικός, αν είναι περήφανος, αν έχει πολύ ή λίγο χρόνο ακόμα σε αυτό το σπίτι, σε αυτό το παράθυρο.
Αυτά τα σενάρια με συνεπαίρνουν μέχρι το επόμενο στενό. Γιατί εκεί ξεκινά η «ζωή» του δρόμου αυτού. Καφενεία, μανάβικα, τσαγκαράδικο, super market, video club, χρωματοπωλείο, μαγαζιά με πίνακες, με λάμπες, με αξεσουάρ, με είδη για το σπίτι. Όταν περνάω από αυτούς που γνωρίζω, χαμηλώνω την ένταση της μουσικής στο mp3 για να ανταλλάξουμε χαιρετισμούς. Όταν πάλι κάποιες φορές έχω δυσάρεστη διάθεση, απλώς πηγαίνω από άλλο στενό, στενό με αγνώστους, γιατί έχω την αίσθηση πως ακόμα κι ένα μικρό χαμόγελο θα μου είναι δύσκολο να το σκάσω.
Σήμερα έγινε αυτό, αλλά κάπως αντίστροφα· δεν πήγα από άλλο στενό επειδή είχα κακή διάθεση, απλώς συνειδητοποίησα εκ των υστέρων πως η διάθεσή μου ήταν πολύ κακή, επειδή εντελώς μηχανικά έστριψα σε κάποιο άλλο στενό.
Φτάνω στο μετρό. Κατεβαίνω τις πρώτες σκάλες και συνεχίζω προς τις αποβάθρες. Ώσπου εκνευρισμένη κάνω αναστροφή και ανεβαίνω ξανά πάνω για να βγάλω εισιτήριο. Το συνήθειο της κάρτας πολλαπλών διαδρομών... Έπειτα αλλάζω γραμμή, μπαίνω στον ηλεκτρικό. Δεν έχει κενή θέση και κάθομαι όρθια. Στο Θησείο αδειάζει μια θέση, από τις ανάποδες. Κάθομαι.
Πετράλωνα. Αλλάζω μουσική.
Ταύρος. Αυτή η μουσική με μελαγχολεί ακόμα περισσότερο.
Καλλιθέα. Έχω χαζέψει σε έναν λεκέ στο πάτωμα του τρένου, που μοιάζει με άνθρωπο που ουρλιάζει. Σκέφτομαι πόσες φορές μου περνάει από το μυαλό η τρελή σκέψη να πάω και να ολοκληρώσω τέτοιους λεκέδες για να φανεί πιο καθαρά η εικόνα που εγώ βλέπω. Ξεκινάει ένα τραγούδι που λατρεύω, θέλω να το ακούσω προσεκτικά, κι ας το έχω ακούσει χιλιάδες φορές.
Μοσχάτο. Δυσανασχετώ. Το τραγούδι είναι σχεδόν στα μισά κι εγώ αφαιρέθηκα πάλι και δεν το πρόσεξα. Το ξαναβάζω από την αρχή.
Δυσανασχετώ επίσης επειδή από αυριο και για λίγο καιρό θα κατεβαίνω σε αυτή τη στάση για δουλειά, για τη δουλειά που υποτίθεται πως άφησα πριν δυο μήνες λόγω του ότι... δυσανασχετούσα. Κι επειδή δεν θέλω να πάω στους δικούς μου τώρα, γιατί θα πρέπει να προσποιηθώ πως είμαι μια χαρά. Κι επειδή κάθομαι σε ανάποδη θέση· αφού τις απεχθάνομαι τις ανάποδες θέσεις, μου έρχεται ο κόσμος από το τζάμι  πισώπλατα και ζαλίζομαι. Ας καθόμουν όρθια, παρά σε ανάποδη θέση. Σηκώνομαι.
Φάληρο. Γιατί έχω τόσο κακή διάθεση; Πατάω τον λεκέ που ουρλιάζει. Τον χαλάω και πια δεν μοιάζει με τίποτα.
Πειραιάς. Αποβιβάζομαι. Στέκομαι για λίγο μπροστά στην πόρτα κι έπειτα, σχεδόν μηχανικά, μπαίνω στον Ελευθερουδάκη. Αγοράζω έναν Μικρό Πρίγκιπα.
-«Για δώρο;»
-«Για δώρο...»
Λεωφορείο. Μόνο μια ανάποδη θέση είναι κενή. Θα κάτσω όρθια... Από αντίδραση ίσως. Και θα βάλω ράδιο. Πάλι από αντίδραση, για να μην μπορώ να βάλω από την αρχή τα τραγούδια που χάνω όταν αφαιρούμαι. Και στη δουλειά θα μείνω όσο θέλω, όχι πάλι όσο αντέχω, γιατί τελικά αντέχω πολλά περισσότερα από αυτά που νομίζω. Και δεν θα προσποιηθώ στους δικούς μου πως είμαι μια χαρά, γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν πάντα να χαμογελάνε και οι δικοί μου ίσως καταλάβουν και σωπάσουν. Και αύριο που θα γυρίσω, θα θυμηθώ από την αρχή να βγάλω εισιτήριο. Και θα γυρίσω από το “ζωντανό” στενό στο σπίτι μου και θα καλησπερίσω τους γνωστούς. Και αν δω τον παππού με τις γαλάζιες ή τις μπεζ πυτζάμες στο παράθυρο, θα του πω καλησπέρα κι ας παραξενευτεί. Και όταν θα μπω στο σπίτι μου, θα είμαι σίγουρη πως δεν ξέχασα τίποτα φεύγοντας από τους δικούς μου.
Κι όλα αυτά, έτσι, από αντίδραση. Αντίδραση στον ίδιο μου τον εαυτό, που λειτουργεί μηχανικά και είναι σπανίως στο "εδώ και τώρα"...

…Ή μήπως αυτή δεν είναι αντίδραση και είναι τελικά η δράση;…