Social Icons

...Έτσι λοιπόν, σε έναν κόσμο γεμάτο από χέρια που σκάβουν, άλλοτε χώματα κι άλλοτε ψυχές κι ανήμπορα σώματα, εγώ σήκωσα το δικό μου ψηλά κι έγραψα στον αέρα τον πρώτο μου στίχο. Έκτοτε, γράφω με το αίμα μου…
Άδεια Creative Commons
Τα περιεχόμενα του παρόντος ιστοχώρου υπάγονται σε Άδεια Χρήσης
Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ╰☆╮Διακρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ╰☆╮Διακρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

╰☆╮"Τα-του-θα-νά-του" - Έπαινος Πρωτοτυπίας στον Η' Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό τής Αμφικτυονίας Ελληνισμού (2019)


Θέμα Διαγωνισμού: "Ο κόσμος μας στη θεωρία τού χρόνου (παρελθόν, παρόν, μέλλον)"

                                                                                            
 Τα-του-θα-νά-του


Φοβάμαι πως ίσως κουράσουνε τα
αινίγματα που ανταλλάσσουμε απ’ τα
θολά, κουρασμένα μυαλά μας που τα
                                    στοχάζονται αυτά δυνατά.

Μου μοιάζουν του νου μας παιχνίδι σαν του
κορδώνονται με το φτιασίδι που του
σκαρώνουν μ’ επίμοχθο αγώνα και του
                            προβάλλουν εικόνα σωστού.

Δεν ξέρω ποιο θαύμα γυρεύεις μα θα
περάσει ο χρόνος, πιστεύεις, και θα
γεμίσει μ’ αυτό το ποτήρι που θα
                                το πίνεις και θα σε μεθά.

Τις λέξεις να ’ρθείς να μου φέρεις και να
προτάξεις τον λόγο που ξέρεις για να
βρω χώρο στις φράσεις σου μέσα που να
                           μπορώ να μιλώ ειλικρινά.

Με τα του θανάτου χολώνεις και του
φευγιού τις πληγές επουλώνεις με του
καιρού τα αμέτρητα στίγματα του
                             κρυφού, μυστικού σου εαυτού.








Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, που δημιουργήθηκε από τον Η' Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό του 2019




Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

"Αίτημα θανάτου" - Θεατρικό Έργο για το Ραδιόφωνο, από το ΡΙΚ



Το θέατρο του ραδιοφώνου είναι μια από τις πιο απολαυστικές μορφές ψυχαγωγίας για μένα. Το έμαθα από τη μητέρα μου και το αγάπησα πολύ. Έχω διανύσει ατέλειωτες διαδρομές στα μέσα μαζικής μεταφοράς ακούγοντας, αντί για μουσική, θεατρικά έργα. Κι έχω τόσο ονειρευτεί να βρισκόταν ανάμεσά τους και κάποιο δικό μου έργο, που να παίρνει ζωή μέσα από τις φωνές και τις ανάσες των ηθοποιών…

Αυτή η μέρα έφτασε, λοιπόν! Και στο χθεσινό τηλεφώνημα από το ΡΙΚ, όπου με ενημέρωναν για τα διαδικαστικά και την οικονομική διευθέτηση της συνεργασίας, η καρδιά μου χοροπηδούσε μέσα στο σώμα μου και το μυαλό μου είχε κολλήσει στην αρχή αυτού τού ταξιδιού… Αυτό το έργο γράφτηκε κάτω από λίγο παράξενες συνθήκες· η πρώτη του μορφή ήταν στην αγγλική γλώσσα, έπειτα από κάποιον καιρό το μετέφρασα και στην ελληνική και το ταξίδι του συνεχίστηκε πέρα από τον αρχικό προορισμό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Μέσα από έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό του ΡΙΚ, λοιπόν, κάποια χρόνια πριν, φτάσαμε στο σήμερα να εκπληρώνεται ένα ακόμα όνειρό μου!
Σήμερα το άκουσα για πρώτη φορά και γέμισε η καρδιά μου συγκίνηση…

Πρόκειται για το έργο «Αίτημα θανάτου», το οποίο βρίσκεται διαθέσιμο για ακρόαση ή για κατέβασμα εδώ.
Ή στο YouTube.





***


Το κείμενο που ακολουθεί, είναι μια από τις προσωπικές καταθέσεις μέσα από το βιβλίο που γράφω εδώ και χρόνια για το παιδί ή τα παιδιά μου –ασχέτως αν δεν έχει έρθει ακόμη στη ζωή ή αν θα έρθει τελικά- ή ακόμη για το παιδί μέσα μου αλλά και για κάθε παιδί του κόσμου αυτού. Για κάθε «Χνούδι»…

Οι επιθυμίες και τα όνειρα χρειάζονται ενέργεια και αγάπη, χρειάζονται φροντίδα για να πραγματοποιούνται! Ανοιχτούς ορίζοντες μέσα μας και λαχτάρα παιδική…







4/07/2011 04:54:00 μμ
_Ικανοποιήσεις εντός εαυτού


Έχει μπει η Άνοιξη…
Πλούσια εποχή σε πολλά!
Και ένα από αυτά…: Οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί!
Άρχισα κι εγώ λοιπόν να ψάχνω, να ξεδιαλέγω και να συγκεντρώνω προκηρύξεις διαγωνισμών στους οποίους θα μπορούσα να λάβω μέρος. Άλλοι ποίησης, άλλοι διηγήματος, άλλοι θεατρικού έργου… διάφοροι. Έπεσε μπροστά μου κι ένας διεθνής διαγωνισμός θεατρικού έργου για το ραδιόφωνο, από το BBC, ενδιαφέρων μου φάνηκε και προκλητικός! Κυρίως γιατί το έργο έπρεπε να είναι γραμμένο στα αγγλικά.
«Πότε λήγει η προθεσμία; Α... Σε τρεις ημέρες… Δεν προλαβαίνω με τίποτα. Πάμε στον επόμενο…»
Και συνέχισα να ψάχνω. Όμως κάτι με ενοχλούσε και δεν μπορούσα να εντοπίσω τι ακριβώς ήταν.
Έπειτα από αρκετή ώρα, ενώ συνέχιζα να ψάχνω πάνω στο ίδιο θέμα, ξανάπεσε μπροστά μου η ίδια προκήρυξη για τον διεθνή διαγωνισμό.
«Α… αυτός είναι που δεν μπορώ να τον προλάβω, είπαμε…»
Και τότε κατάλαβα! Η φράση «δεν μπορώ» μέσα στο κεφάλι μου, έμοιαζε με δυνατή σπρωξιά προς τα πίσω…
«Μα όντως δεν μπορώ να τον προλάβω…», σκεφτόμουν.
Κι έπειτα συλλογίστηκα πως αν κάποιος άλλος –κι όχι ο εαυτός μου– μου έλεγε «δεν μπορείς να το κάνεις», θα πείσμωνα τόσο πολύ που θα προσπαθούσα να αποδείξω πως έχει άδικο.
«Δέχομαι την πρόκληση λοιπόν!!!»

Τρεις ημέρες! Τρεις ημέρες για ένα έργο που οι περισσότεροι υποψήφιοι είχαν περιθώριο πέντε μήνες για να το γράψουν, από τότε που ανακοινώθηκε ο διαγωνισμός. Μεγάλο μειονέκτημα – ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση!
«Θα χρησιμοποιήσω αυτό το εγχείρημα, για να έχω κάτι να απαντώ στον εαυτό μου κάθε φορά που θα γκρινιάζει “δεν μπορώ…”».
Ξεκίνησα εκείνη τη νύχτα. Δεν σταματούσα παρά μόνο για να φάω ή να πιω κάτι και να πάω στο μπάνιο. Από τις 21:00, κατέληξα να μην αντέχω άλλο γύρω στις 6:00 το πρωί. Κατάφερα να ξυπνήσω το μεσημέρι πια, όπου έπεσα και πάλι με τα μούτρα στο γράψιμο από τις 14:00 το μεσημέρι ως τις 3:00 τη νύχτα. Επίσης δίχως περιττές διακοπές, παρά μόνο για τα βασικά. Την επόμενη μέρα πια, ξεπέρασα τον εαυτό μου, καθώς έγραφα αδιάκοπα σχεδόν από τις 12:00 το μεσημέρι ως τις 5:00 το ξημέρωμα… Χτυπούσε το κουδούνι και δεν έκανα καν τον κόπο να δω ποιος είναι από το ματάκι της πόρτας. Φοβόμουν μην συνέβαινε κάτι που θα με ανάγκαζε να παραιτηθώ από την προσπάθειά μου ή να χάσω τόσον χρόνο ώστε να μην τα καταφέρω τελικά.

Όμως κάπου εκεί στο ξημέρωμα, τελείωσα το έργο!

Πονούσαν τα μάτια μου, το σώμα μου είχε πιαστεί άσχημα, ζαλιζόμουν ελαφρά, αλλά τελείωσα!
Η προθεσμία έληγε το απόγευμα της ίδιας μέρας που μόλις ξημέρωνε.
Παρά την κούρασή μου, αδυνατούσα να κοιμηθώ… Πήρα το θεατρικό έργο και άρχισα να το διαβάζω δυνατά, να παίζω τους ρόλους και να το χρονομετρώ. Έπρεπε να διαρκεί μία ώρα για να θεωρηθεί έγκυρο για τον διαγωνισμό. Έφτασα στο τέλος και το χρονόμετρο δεν είχε χτυπήσει ακόμα. Άρχισα να ανησυχώ…
«Ωχ… Έχει μικρή διάρκεια… Δεν μπορώ να το στείλω έτσι…».
Πριν όμως καν προλάβω να απογοητευτώ εντελώς, χτύπησε το χρονόμετρο… Άρχισα να δακρύζω από τη συγκίνηση! Με το δικό μου πρόχειρο «παίξιμο», είχε διαρκέσει ακριβώς 58 λεπτά!
«Τελείωσε!... Τα κατάφερα!...»
Έπεσα να κοιμηθώ με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου, που δεν μπορούσα με τίποτα να το χαλαρώσω! Ήθελα να ήμουν δύο σώματα εκείνη τη στιγμή, για να μπορούσα να με αγκαλιάσω!
Ξύπνησα έπειτα από λίγες ώρες, σύρθηκα ως την κουζίνα, έφτιαξα καφέ και τηλεφώνησα στη Μαρία –τη θεία μου και καθηγήτρια αγγλικών που είχα τότε που ήμουν μαθήτρια– όπου την ρώτησα τις απορίες που είχα σημειώσει στο κείμενό μου με κίτρινο. Μόλις κλείσαμε, έκανα τις τελευταίες διορθώσεις, έγραψα την απαραίτητη περίληψη, συμπλήρωσα την αίτηση συμμετοχής και τα έστειλα!

Δεν ξέρω ποια πρόκειται να είναι η πορεία αυτού του θεατρικού έργου στο εξής, αλλά λίγο με ενδιαφέρει. Ό,τι και να συμβεί, σε κάθε περίπτωση νιώθω κερδισμένη. Με την αποδοχή της πρόκλησης που διέκρινα μπροστά μου, κατέληξα μέσα σε τρεις ημέρες να έχω έτοιμο ένα έργο, που σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχα γράψει, το οποίο ίσως θα μπορούσε να κερδίσει σε κάποιον ή σε αυτόν τον διαγωνισμό, ίσως να μην τύχει να αξιοποιηθεί ποτέ, ίσως να ξεχαστεί κι από εμένα την ίδια ακόμα ανάμεσα στα υπόλοιπα κείμενά μου. Δεν έχει καμία σημασία… Το σημαντικό έργο δεν είναι αυτό που έγραψα, αλλά αυτό στο οποίο επέτρεψα στον εαυτό μου να συμμετάσχει.

Χνούδι, κανένας δεν μπορεί να σου πει τι δεν μπορείς να κάνεις… Και για την ακρίβεια, ούτε καν τι μπορείς να κάνεις… Γιατί ούτε κι αυτό δεν το ξέρει κανείς! Παραδόξως, ούτε κι εσύ πολλές φορές δεν το φαντάζεσαι…
Κάθε στιγμή μπορεί να ενέχει για σένα προκλήσεις, κάθε πρόκληση, ευκαιρίες και κάθε ευκαιρία, προοπτικές. Αν το θελήσεις εσύ, έχεις στ’ αλήθεια την ικανότητα να αποδεχτείς τις προκλήσεις, να αρπάξεις τις ευκαιρίες και να ξεδιπλώσεις τις προοπτικές. Κι αν κάποτε, κάπως, κάπου δεν τα καταφέρεις, τι σημασία έχει; Τι θα έχεις κερδίσει από τις στιγμές εκείνες της πίστης στον εαυτό σου και στις ικανότητές σου; ...Μία προοπτική ακόμα, Χνούδι… Αυτό θα έχεις κερδίσει. Κι έτσι, θα τα έχεις καταφέρει!...
Οι ικανοποιήσεις «εντός εαυτού», όπως επίσης κι εκείνες που προκύπτουν «εκτός σχεδίου», είναι σπουδαία κατορθώματα!...


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

╰☆╮Μέρα 11.959...





Το βράδυ τής Κυριακής 24 Μαΐου, το θεατρικό έργο "Κανείς δεν πάει πουθενά" ενσαρκώθηκε από τρεις χαρισματικούς ηθοποιούς στον χώρο "Έλευσις και Υδράνη" στον Κεραμεικό.
Ο Θοδωρής Καστρινός -συγγραφέας τού θεατρικού έργου "Θεωρητικό ζήτημα", που επίσης απολαύσαμε στη συνέχεια της ίδιας βραδιάς, και σκηνοθέτης και των δύο- έδωσε μαζί με την ομάδα των ηθοποιών μια πολύ όμορφη απόδοση και στα δύο έργα.
Ο κύριος Καστρινός με τη σκηνοθετική του ματιά, η Στέλλα Κωνσταντάτου με την ανατριχιαστική της ερμηνεία, ο Νίκος Μωϋσιάδης με τη φρέσκια μα και ώριμη συγχρόνως απόδοσή του, ο Βασίλης Αργυράκης με τη βαθιά, συγκινητική μα και συγκινημένη του έκφραση, κατάφεραν μέσα σε λίγα λεπτά να φέρουν στην επιφάνεια βαθιά συναισθήματα στους παρευρισκόμενους!... Αυτοί οι άνθρωποι έκαναν αμέτρητες πρόβες, έδωσαν πραγματικά ψυχή σε ένα σωρό λέξεις που κάποτε κάθισα κι έγραψα... Μάλιστα αποφάσισαν να αποστηθίσουν τους διαλόγους κι έτσι το έργο αποδόθηκε ως κανονική παράσταση κι όχι σε μορφή αναλογίου όπως ήταν η αρχική ιδέα. Κι έπειτα, στο δεύτερο μέρος τής παράστασης, οι δυο άντρες ηθοποιοί μάς έδωσαν τροφή για σκέψη μέσα από τις εκπληκτικές ερμηνείες τους στο έργο τού Θοδωρή Καστρινού. Μια βραδιά που κατάφερε να μας κάνει και να αισθανθούμε και να σκεφτούμε και να αναλογιστούμε ένα σωρό πράγματα.

Κι όλα αυτά ξεκίνησαν από έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό, του περιοδικού "Λόγων Παίγνια"... Με αφορμή αυτόν, γνώρισα υπέροχους ανθρώπους, που για κείνους η τέχνη είναι εξίσου σημαντική όσο και για μένα και δεν παίρνει εκπτώσεις μέσα τους. Αντίκρισα ζευγάρια μάτια που φεγγίζει μέσα τους η ίδια λαχτάρα για δημιουργία, για ομοψυχία, για συναισθηματική ανάταση!...

"Γεννήσαμε", λοιπόν! Και ευχαριστούμε όσους μάς συνόδεψαν σε αυτόν τον τοκετό!...
Ευγνωμοσύνη!...



Από το θεατρικό μονόπρακτο "Κανείς δεν πάει πουθενά" - Ευτυχία Κανάρη:






Από το θεατρικό μονόπρακτο "Θεωρητικό ζήτημα" - Θοδωρής Καστρινός:




Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Το θεατρικό μονόπρακτο "Κανείς δεν πάει πουθενά", έπειτα από τη βράβευσή του στον διαγωνισμό τού περιοδικού "Λόγων Παίγνια", ανεβαίνει επί σκηνής σε σκηνοθεσία Θοδωρή Καστρινού.

(Για κρατήσεις, λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων, στο τηλ. 6970199404)




* Το έργο έχει λάβει επίσης το 3ο βραβείο Θεατρικού Μονόπρακτου στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης το 2012.



Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

╰☆╮"Κανείς δεν πάει πουθενά" - 1ο βραβείο (με ισοψηφία) στον 2ο Διαγωνισμό Θεατρικού Έργου τού Ηλεκτρονικού Περιοδικού "Λόγων Παίγνια" (2014)











Τα αποτελέσματα:



Μετά την ολοκλήρωση του 2ου διαγωνισμού θεατρικού έργου που είχε αναγγείλει το περιοδικό "Λόγων Παίγνια" και κατόπιν κρίσης τής επιτροπής αξιολόγησης των τριών πρώτων, τα αποτελέσματα έχουν ως εξής:

Τα έργα:
«Κανείς δεν πάει πουθενά», της Ευτυχίας Κανάρη
και «Ο κήπος της Νόρας», της Ευδοκίας Σταυρίδου - Τάλια
ισοβαθμούν με 4 ψήφους το καθένα

Τα έργα:
«Λοξές φιλίες», της Μαρίας Κρόκου
και «Θεωρητικό Ζήτημα», του Θοδωρή Καστρινού
ισοβαθμούν με 3 ψήφους το καθένα

Κατόπιν των ανωτέρω, τα μέλη της επιτροπής, αποφάσισαν να γίνουν και τα τέσσερα έργα θεατρικά αναλόγια, τα οποία θα ανέβουν επί σκηνής στο τέλος τής Άνοιξης. Ανακοίνωση για την ακριβή ημερομηνία που θα παιχθούν, θα γίνει σε ένα από τα επόμενα τεύχη τού περιοδικού.


Τα συγχαρητήριά μας στους νικητές και τις ευχαριστίες μας σε όλους όσους συμμετείχαν στο διαγωνισμό.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

╰☆╮"Τα γέρικα παπούτσια" - Έπαινος Διηγήματος στον 33ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό τής Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών [ΠΕΛ] (2014)



"Τα γέρικα παπούτσια"



Ο ήχος από τα τακούνια τών γυναικών που περπατούσαν νευρικά πλάι της στο πεζοδρόμιο, έμπαινε σαν σφήνα στις μπερδεμένες σκέψεις της και την εκνεύριζε περισσότερο. Εκείνη φορούσε ένα ζευγάρι μπεζ μπαλαρίνες, τόσο χρησιμοποιημένες, που είχαν πλέον αποτυπωθεί πάνω τους βαθιά οι ρυτίδες που σχηματίζονταν από το τσάκισμα των ποδιών της.
Πότε πρόλαβε και έχασε τόσο πολλά; Πότε βρέθηκε να πηγαινοέρχεται στο νεκροταφείο για να καθαρίζει και να θυμιατίζει το μνήμα τής μητέρας της και πότε μπήκε τέλος στη σχέση της με τον επί σειρά ετών σύντροφό της; Πότε πρόλαβε και γέρασε; Τριάντα ενός ετών γριά… Πώς μπορούν να κυλούν μαύρα τα συναισθηματικά χρόνια μέσα σε ένα μονάχα ημερολογιακό έτος;…
Είχε τόσο τραυματιστεί από τόσον αποχωρισμό ξαφνικά, που ίσως υποσυνείδητα είχε επιλέξει να πάψει να σχετίζεται με τους ανθρώπους. Ακόμη και τα γερασμένα της παπούτσια, που δεν έπαιρνε την απόφαση να τα αντικαταστήσει, έμοιαζαν να δηλώνουν εκείνη την παραίτησή της να κάνει ένα βήμα πιο κοντά στον πραγματικό εαυτό της. Ή σε οποιονδήποτε άλλον…
Τουλάχιστον ήταν Τετάρτη. Και τις Τετάρτες πήγαινε στο σπίτι τού «Πεφωτισμένου» - έτσι αποκαλούσε τον κύριο Φώτη, φυσικά δίχως εκείνος να το γνωρίζει. Το γεγονός αυτό από μόνο του, η εργασία στο σπίτι τού κυρίου Φώτη, αρκούσε για να τη βοηθήσει να ηρεμήσει. Οι δουλειές σ’ εκείνο το σπίτι, με κάποια μεθοδικότητα που πλέον η ίδια είχε υιοθετήσει, έμοιαζαν περισσότερο με ψυχοθεραπεία, παρά με εργασία.
Ξεκινούσε από το μπάνιο στο οποίο, αφού καθάριζε, ψέκαζε ξίδι όπου ήθελε να απολυμάνει ή να απομακρύνει τα άλατα και το άφηνε να δράσει μέχρι εκείνη να καθαρίσει την κουζίνα. Όταν τελείωνε με την κουζίνα, επέστρεφε για να ξεπλύνει και να στεγνώσει το μπάνιο. Κι αφού ολοκλήρωνε με την καθαριότητα και την απολύμανση αυτών των δύο χώρων, προχωρούσε στην κρεβατοκάμαρα για να καταλήξει έπειτα στο χολ και το σαλόνι. Άφηνε αυτά τα  δύο τελευταία, καθώς έβρισκε εκεί τον ηλικιωμένο εργοδότη της να κάθεται στο γραφείο του, όταν πλέον είχε φτάσει η κατάλληλη ώρα για να μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους μερικές κουβέντες παράλληλα με τις δουλειές τής καθαριότητας.
Νωρίτερα εκείνος επιθυμούσε την ησυχία του. Εκείνη το γνώριζε και το σεβόταν. Όταν έμπαινε στο σπίτι του, μόλις αντάλλαζαν τις καλημέρες τους, πήγαινε στην κουζίνα, του έφτιαχνε έναν καφέ, του τον σερβίριζε στο γραφείο του κι έπειτα άλλαζε ρούχα και στρωνόταν στη δουλειά, αφήνοντάς τον στην ησυχία του. Οι θόρυβοι της καθαριότητας στο υπόλοιπο σπίτι δεν τον ενοχλούσαν καθόλου, αντιθέτως του πρόσφεραν ένα θετικό συναίσθημα – ίσως αυτό που νιώθουμε όταν δεχόμαστε οποιουδήποτε είδους φροντίδα.
Καθόταν ήσυχα στο γραφείο του και διάβαζε. Προτιμούσε να διαβάζει τα βιβλία του τις πρωινές ώρες και τα απογεύματα να ανεβαίνει στην ταράτσα και να φτιάχνει διάφορα αντικείμενα από σκαλισμένο ξύλο. Είχε μια μικρή αποθήκη εκεί πάνω, τις κρύες μέρες εργαζόταν μέσα και τις ζεστές σκάλιζε τα ξύλα του σε έναν πάγκο ακριβώς απέξω από αυτήν. Μόλις έπεφτε ο ήλιος, συμμάζευε τον χώρο και κατέβαινε στο σπίτι του. Κάπως έτσι είχε περάσει ολόκληρο το τρίτο μέρος τής ως τότε ζωής του, φτάνοντας αισίως στα εβδομήντα έξι έτη. Η ηλικία του αποτυπωνόταν με ευγένεια πάνω στην όψη του. Τα λευκά ανακατεμένα μαλλιά και οι βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του, έμοιαζαν να έχουν ένα σωρό ιστορίες να διηγηθούν. Ο ίδιος μιλούσε μετρημένα· όταν ένιωθε πως είχε κάτι να πει που να αξίζει να ειπωθεί.
«Πέτρα, σου έχω πει ποτέ πως πίνω μονάχα δύο καφέδες την εβδομάδα;»
«Μόνο δύο; Αλήθεια;»
«Μόνο δύο… Έναν αυτόν που μου φτιάχνεις εσύ κι έναν κάθε Κυριακή που επισκέπτομαι την αδελφή μου. Κι αν δεν φτιάχνατε τόσο ωραίο καφέ και οι δυο σας, καθόλου δεν θα έπινα. Δεν μου χρειάζεται.»
«Τότε γιατί τον πίνετε; Μόνο και μόνο επειδή τον φτιάχνουμε καλό;»
«Είναι θεραπευτική αγωγή, Πέτρα, παιδί μου.»
«Τι είναι, λέει;»
«Πρέπει να νοιάζεσαι πάντοτε για το τι βάζεις μέσα στο σώμα σου, από τι υλικά είναι φτιαγμένο, μέχρι από τι χέρια. Κι εγώ μπορεί να μην έχω ανάγκη την καφεΐνη, αλλά η καλοσύνη που ρίχνετε μέσα στο μπρίκι κι εσύ και η αδελφή μου, είναι σπουδαίο βάλσαμο, κορίτσι μου.»
Η Πέτρα βρισκόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή καθισμένη στα γόνατά της και ξεσκόνιζε το κάτω μέρος τής βιβλιοθήκης. Ακούγοντας αυτό, σηκώθηκε όρθια και κοίταξε τον γλυκύτατο ηλικιωμένο με τρυφερότητα.
«Πόσο όμορφο ήταν αυτό που είπατε τώρα, κύριε Φώτη…»
«Το όμορφο δεν είναι αυτό που λέω, αλλά το ότι το αισθάνομαι ώστε να το πω. Ο Θεός να σε έχει καλά, παιδί μου.»
«Υπάρχει Θεός, κύριε Φώτη μου;»
«Φυσικά και υπάρχει.»
«Και πώς είναι;»
Η Πέτρα συνέχισε να κάνει τις δουλειές της, ακούγοντας παράλληλα με μεγάλη προσοχή τον καλοσυνάτο άνδρα.
«Είναι ηλικιωμένος, ψηλός, παχύς, με μούσια, με μαλακή επιδερμίδα, με γαλανά μάτια και καστανά και πράσινα και μαύρα, και χωρίς καθόλου μάτια, κοντός, λεπτός, δίχως μαλλιά, με δέρμα τραχύ και σκαμμένο, άρρωστος, υγιής, σακάτης, νέος, επαγγέλλεται τα πάντα, ζει μοναχός του, έχει οικογένεια και πολλούς φίλους, φορά καθαρές ενδυμασίες, είναι ρακένδυτος, μιλά όλες τις γλώσσες του κόσμου, είναι κωφάλαλος, έχει τρομακτικό παρουσιαστικό, είναι πανέμορφος, μορφωμένος, αναλφάβητος και εξαρτημένος…»
«Εξαρτημένος από τι;»
«Από οτιδήποτε μπορεί να καλύψει το κενό τής μνήμης του…»
«Ποιο κενό; Τι δεν θυμάται;»
«Πως το άλλο του μισό είναι ο υπόλοιπος κόσμος. Κι όσο δεν το θυμάται, νομίζει πως ο ίδιος είναι θνητός κι εναντιώνεται στον θνητό εαυτό του και στους άλλους θνητούς γύρω του. Όσο δεν το θυμάται, ο κόσμος παραμένει διασπασμένος, άθυρμα μέσα στην αναρχία δισεκατομμυρίων λειψών Θεών με αμνησία.»
«Δηλαδή ο Θεός είναι εγώ κι εσείς και όλοι οι άλλοι, όλοι μας μαζί; Ένα;»
«Είσαι οξυδερκής και ανοιχτόμυαλη, Πέτρα. Είμαστε κεριά, παιδί μου. Άλλοι με χονδρά φυτίλια, άλλοι με λεπτά, άλλοι με ανθεκτικά, συμπαγή, άλλοι πάλι με τόσο ισχνά, που καίγονται αμέσως, πριν καν προλάβει να ζεσταθεί το κερί. Είμαστε κεριά, φτιαγμένα για τον ίδιο σκοπό: να μοιραστούμε την ίδια φλόγα στα ξεχωριστά μας φυτίλια. Να φιλοξενήσουμε στην κορυφή μας τη μία φλόγα, τη μοναδική, την ακατάσβεστη - της Αγάπης.  Γι’ αυτήν τεντώνουμε τα φυτίλια μας, όπως οι χελώνες τεντώνουν τα άκρα τους στον ήλιο ώστε να διατηρούνται υγιείς. Για άλλους αυτή η φλόγα είναι καταστροφή, λιώσιμο, αφανισμός, για άλλους ζεστασιά, φροντίδα, προσφορά, για άλλους ελπίδα, για άλλους φώτιση... Η ίδια φλόγα. Είμαστε κεριά, κορίτσι μου. Και μολονότι ο καθένας μας έχει διαφορετικό σχήμα, χρώμα, μέγεθος, άρωμα, ο πραγματικός βασανισμός μας –δηλαδή οι πυρκαγιές που ονομάζουμε φονικές, οι πύρινες λαίλαπες που δημιουργούμε ηθελημένα ή άθελά μας, οι εμπρησμοί με τους οποίους λιώνουμε ο ένας τον άλλον– οποιοσδήποτε βασανισμός μας έγκειται στο γεγονός πως αγνοούμε ότι όλοι μας είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια κερήθρα. Και πως με τους ίδιους τρόπους ανακυκλωνόμαστε…»
Η Πέτρα ξεσκόνιζε προσεκτικά, με ήσυχες κι ευγενικές κινήσεις, μια ξύλινη τίγρη που βρισκόταν ακουμπισμένη πάνω σε ένα τραπεζάκι. Τα δάχτυλά της περνούσαν το ύφασμα της καθαριότητας πάνω από τα σημεία που κάποτε είχε σκαλίσει και τρίψει και γυαλίσει ο αξιαγάπητος «Πεφωτισμένος». Κι αισθανόταν λες και κοινωνούσε μ’ αυτόν τον τρόπο λίγη από τη σοφία του, λίγη από τη γαλήνη και το φως που έμοιαζε να ξεχειλίζει από μέσα του.
Δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα για την υπόλοιπη ώρα. Σώπασαν και οι δυο, λες κι επεξεργάζονταν τούτες τις σκέψεις· σαν δυο εργάτριες μέλισσες που αφοσιώθηκαν στο τρύγημα των ανθών, ώστε να μαζέψουν νέκταρ και να γεμίσουν με μέλι την εξαίσια κερήθρα τους.
Κι όταν έφτασε η ώρα για να αποχωρήσει η Πέτρα από το σπίτι τού κυρίου Φώτη, εκείνος πήγε και στάθηκε στο παράθυρο του σαλονιού, διακριτικά πλάι στη λεπτή κουρτίνα, και την παρατηρούσε καθώς απομακρυνόταν· μια μικρή Θεά, με νεανικό βάδισμα και γέρικα παπούτσια.
Εκείνη πέρασε απέναντι τον δρόμο και κοντοστάθηκε έξω από ένα μαγαζί χαζεύοντας τη βιτρίνα του. Έπειτα από αρκετές στιγμές, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα.
Ήταν κατάστημα υποδημάτων.



***************************************




Τα αναλυτικά αποτελέσματα αναρτήθηκαν σε αυτή την προηγούμενη δημοσίευση.






╰☆╮"Γκέργκι - η Γη των ξεριζωμένων" - Γ' Βραβείο Θεατρικού Έργου στον 33ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό τής Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών [ΠΕΛ] (2014)





«Απλώς προσπαθώ να πω πως… 
η αθλιότητα, όπως και η εξαθλίωση, 
δεν έχουν εθνικότητα. Αυτό…»






Η τελετή απονομής των βραβείων του 33ου λογοτεχνικού διαγωνισμού της «Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών».
«Σε εποχές χαλεπές όπου η πάλη ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα, ανάμεσα στην Αρετή και την κακία, είναι αδυσώπητη και ο άνθρωπος βρίσκεται εν μέσω ψυχικών καταιγίδων αλλά και ηθικών και πνευματικών διλημμάτων και αποπροσανατολισμών, η αλάνθαστη πυξίδα που θα του δείχνει πάντοτε τον πολικό αστέρα της γνώσης, δεν μπορεί να είναι τίποτ’ άλλο από το διαρκώς ανανεούμενο και ερευνών πνεύμα της λογοτεχνίας».

Με αυτά τα λόγια επισήμανε στον χαιρετισμό του ο πρόεδρος της «Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών» κύριος Νίκος Ταβουλάρης, δίνοντας το στίγμα της σημασίας της συμμετοχής και φυσικά της δημιουργίας των Ελλήνων λογοτεχνών, που έλαβαν μέρος στον 33ο μεγάλο λογοτεχνικό διαγωνισμό για το έτος 2014 σε επτά είδη του λόγου ήτοι στην Ποίηση, το Διήγημα, τη Νουβέλα, το Μυθιστόρημα, το Δοκίμιο, το Παραμύθι και το θεατρικό.

Για μια ακόμη φορά το αμφιθέατρο «Τρίτση» στο πνευματικό κέντρο του δήμου Αθηναίων πλημμύρισε από τους βραβευθέντες συγγραφείς και φίλους της λογοτεχνίας. Οι βραβευθέντες από όλα τα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά και από το εξωτερικό είχαν την ευκαιρία να λάβουν τα βραβεία τους, σε μια λαμπρη τελετή της τέχνης και του Πνεύματος. Η τελετή, την οποία συντόνισε η έφορος της Π.Ε.Λ. κυρία Αγγελική Ψακή-Κωβαίου, άρχισε με τον χαιρετισμό του προέδρου της «Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών» κύριου Νίκου Ταβουλάρη, ακολούθησε η τεχνική ανάλυση του διαγωνισμού από τη γενική γραμματέα κυρία Εύα χαλκιαδάκη. Σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε και ο αντιπρόεδρος της Π.Ε.Λ. κ. Χρίστος Σαββάκης.

Στη συνέχεια παρουσιάστηκαν οι κριτικές επιτροπές και τους απονεμήθηκαν τιμητικές διακρίσεις από τον πρόεδρο της Π.Ε.Λ. κ. Νίκο Ταβουλάρη. Επακολούθησε η απονομή των βραβείων, επαίνων και διακρίσεων και η τελετή ολοκληρώθηκε μέσα σε κλίμα πνευματικής και ψυχικής ευδαιμονίας.


Βραβεία Θεατρικών Έργων:

Α΄ Βραβείο: ΜΠΑΧΤΑΛΙΑΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ, ΜΕΡΖΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ «Θεία αρραβωνιάζομαι» (Ανάβυσσος και Άλιμος)
Β΄ Βραβείο: ΤΣΙΤΣΙΜΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ «Αυτοί και ο Χίτλερ» (Θεσσαλονίκη)
Γ΄ Βραβείο: ΚΑΝΑΡΗ ΕΥΤΥΧΙΑ «Γκέργκι-Η γη των ξεριζωμένων» (Σαλαμίνα)
Γ΄ Βραβείο: ΧΡΙΣΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ «Άνθρακες» (Έδεσσα)
Γ΄ Βραβείο: ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΛΑΙΡΗ «Κόκκινη Επαφή» (Χολαργός) 


Επαινοι Θεατρικών Έργων:

1. ΚΑΠΝΙΣΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ «Κάππα όπως...» (Κερατσίνι)
2. ΧΑΤΖΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΣ «Επίδομα Θέρμανσης» (Πλαγιάρι -Θεσσαλονίκη)
3. ΣΥΜΕΩΝ (ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ) ΜΑΡΙΑ « Σαν λευκό ... μικρό ρόδο» (Αθήνα)
4. ΣΤΌΙΟΥ ΓΛΥΚΑ «Και του χρόνου» (Αθήνα)
5. ΠΑΠΑΊΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΑΣ « Το ασανσέρ» (Λευκωσία -Κύπρος)
6. ΜΠΟΥΚΕΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ «Παρακαλώ μην ταϊζετε το δράκο» (Θεσσαλονίκη)
7. ΓΚΟΥΒΕΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ «Υπόγειο Ανθοπωλείο» (Σέρρες)
8. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΝΘΗ «Ο Σωκράτης και οι πειρατές τ’ ουρανού»(Γαλλία)
9. ΝΑΤΑΛΙΑ ΗΛΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ «Πατέρας και Αφέντης» (Αθήνα)
10. ΚΙΤΡΑ ΜΑΡΙΑ «Βρυκόβλακες και Γλυκάνθρωποι» (Ηλιούπολη Αθήνα)
11. ΚΑΚΟΥΛΛΗ ΤΟΥΛΑ «Αναγκαστική Προσγείωση» (Λευκωσία Κύπρος)
12. ΝΤΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ «Μονόπετρο σε Κρυστάλλινο Ποτήρι» (Καρδίτσα)


Βραβεύσεις Διηγημάτων:

Α΄ Βραβείο: ΛΕΟΝΤΙΔΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΒΟΥΛΑ «Ο κυρ-Γιώργος από το Αϊδίνι»(Ιωάννινα)
Α΄ Βραβείο: ΛΑΜΠΗΣ ΓΙΑΝΝΟΣ «Η Επιλογή» (Λεμεσός-Κύπρος)
Β΄ Βραβείο: ΜΩΡΙΔΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ «Στο φως του φεγγαριού» (Λεμεσός –Κύπρος)
Γ΄ Βραβείο: ΛΑΣΚΑΡΙΔΟΥ ΑΝΤΙΓΟΝΗ «Ήρως από πηλό» (Κρανίδι)
Γ΄ Βραβείο: ΤΣΟΛΑΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ «Αναλογιζόμενος» (Κυψέλη-Αθήνα)
Γ΄ Βραβείο: ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ «Καφωδείο Ελληνικό» (Εύοσμος-Θεσσαλονίκη)
Γ΄ Βραβείο: ΣΚΟΠΕΤΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ «Προσμένοντας το φως απ’ τη Σαμάρεια» (Αμπελόκηποι-Αθήνα)


Έπαινοι Διηγημάτων:

1. ΜΠΙΜΗΣ Δ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Τυχαία Συνάντηση» (Λιβαδειά)
2. ΚΑΝΑΡΗ ΕΥΤΥΧΙΑ «Τα γέρικα παπούτσια» (Παλούκια- Σαλαμίνα)
3. ΠΑΠΙΔΑΚΗ-ΠΙΠΙΝΗ ΛΟΥΛΑ «Το σκιάχτρο, το παιδί και το φεγγάρι» (Βριλήσσια- Αθήνα)
4. ΦΛΩΡΟΥ ΓΙΩΤΑ «Ο Δάσκαλος, ο μέντορας» (Αχαρνές- Αθήνα)
5. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΟΥ-ΔΑΡΣΙΝΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ «Το δώρο από την Αμερική» (Δάσος Χαϊδαρίου-Αθήνα)
6. ΜΠΡΟΔΗΜΑ ΝΑΝΑ «Η Γερόντισσα Ευκαιρία και ο άπληστος Νεαρός» (Ναύπλιο)
7. ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ «Η Πεντάκαλλη Μπογιάννα και ο άσωτος Στόγιος» (Εύοσμος Θεσσαλονίκη)
8. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΩΤΗΡΟΥΛΑ «Γραφή σαν έρωτας» (Λεμεσός-Θεσσαλονίκη)
9. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ «Το τομαράκι» (Σέρρες)
10. ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ «Ο θησαυρός του Γαβριήλου» (Αθήνα)
11. ΖΑΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ «Ιστορίες του Πάρκου» (Παγκράτι -Αθήνα)
12. ΚΛΕΙΟΥΣΗ ΣΟΦΙΑ «Οδός Κυρίτση» (Καστοριά)




Βραβεύσεις Ποίησης:

Α΄ Βραβείο: ΛΑΠΠΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ «Διαβάζουν ποιήματα» (Καλαμάτα)
Β΄ Βραβείο: ΣΥΜΕΩΝ (ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ) ΜΑΡΙΑ «Είπες... η αγάπη είσαι» (Αθήνα)
Γ΄ Βραβείο: ΤΡΙΨΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ «Τόπος αδούλωτης ψυχής» (Αίγιο)
Γ΄ Βραβείο: ΖΕΡΒΑΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ «Σιωπηλός μαχητής» (Νέα Μάκρη Αττικής)


Έπαινοι Ποίησης:

1. ΚΟΥΒΑΤΑ ΔΗΜΗΤΡΑ «Πριν τον ύπνο» (Ανατολικό - Θεσσαλονίκη)
2. ΜΠΙΝΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ «Ωραίο Κορμί» (Ν. Ηράκλειο- Αθήνα)
3. ΑΡΤΕΜΙΟΥ – ΦΩΤΙΑΔΟΥ ΕΛΕΝΗ «(Απο)μονωτική Συνύπαρξη» (Κίτη -Κύπρος)
4. ΜΑΝΝΟΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Παραμύθι» (Λάρνακα- Κύπρος)
5. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΛΛΙΟΠΗ «Αλισάχνη» (Ηλιούπολη- Αθήνα)
6. ΠΥΡΟΒΟΛΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ «Ερωτικό» (Χανιά- Κρήτη)
7. ΣΑΜΙΟΣ ΓΟΥΣΤΑΥΟΣ «Μεταρσίωση» (Κηφισιά- Αθήνα)
8. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ «Luna Desnuda» (Κ. Τούμπα- Θεσσαλονίκη)
9. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΛΙΆΝΑ «Ωδή» (΄Αγ. Ανάργυγοι -Αθήνα)
10. ΨΥΧΟΓΙΟΥ-ΤΑΣΤΣΟΓΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ «Μυθικέ Σαλπιγκτή» (Θεσσαλονίκη)
11. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΤΑΣΟΣ «Ψίχουλα από σπαρμένα αγκάθια» (Καματερό)
12. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΣ «Ανάδυση, Κατάδυση» (Κυψέλη- Αθήνα)
13. ΚΑΛΟΨΙΔΙΩΤΟΥ ΣΤΑΥΡΗ «Στιχοκραυγή» (Λευκωσία- Κύπρος)
14. ΜΠΟΡΜΠΟΥΔΑΚΗ ΜΑΡΙΑ «Απλεύριστα σώματα» (Περιστέρι- Αθήνα)
15. ΜΠΙΜΗΣ Δ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Σαν ευχή» (Λιβαδειά)
16. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΙΡΗΝΗ «Η Σωτηρία» (Λευκωσία- Κύπρος)
17. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Πόλη και πάλι Πόλη» (Λιμένας Θάσου)


Διακρίσεις Ποίησης:

1. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ «Κολύμπι» (Θάσος)
2. ΒΕΤΟΥΛΑΚΗ ΜΑΡΙΑ «Eν Alegria» (Αθήνα)
3. ΚΟΥΡΛΗ ΜΑΡΙΑ «Εραστής Ονείρου» (Καλαμαριά- Θεσσαλονίκη)
4. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑΝΝΑ «Το παιδάκι μου κοιμάται» (Αιγάλεω- Αθήνα)
5. ΜΑΓΓΑΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ «Το διάλλειμα» (Μαρούσι -Αθήνα)
6. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Προάγγελοι» (Αλεξανδρούπολη)
7. ΓΙΑΚΟΥΜΙΝΑΚΗΣ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Βαρέθηκα» (Βύρωνας -Αθήνα)
8. ΔΙΑΜΑΝΤΟΓΛΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ «Τ’ αγγελικό» (Αγ.Ιωάννης Ρέντης- Αθήνα)
9. ΛΑΖΑΡΟΥΔΗ ΕΛΛΗ «Ο χρυσός Δρόμος» (Θεσσαλονίκη)
10. ΖΥΓΟΥΡΗ ΣΤΕΛΛΑ-ΣΟΦΙΑ «Ταξίδι» (Γύθειο-Λακωνία)
11. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ «Πορεία» (Βύρωνας -Αθήνα)
12. ΦΡΑΓΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ «Ο Βαρκάρης του Αχέροντα» (Καλαμάτα)
13. ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΑΚΗΣ Ι. ΝΙΚΟΛΑΟΣ «Οι πύλες της Φωτιάς» (Χανιά-Κρήτη)
14. ΠΑΣΣΑΛΗ ΦΙΛΙΏ «Απεταξάμην» (Χαλκίδα)


Βραβεύσεις Νουβέλας:

Α΄ Βραβείο: EYΣΤΑΘΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ «Γυναίκα είσαι και φαίνεσαι» (Ακράτα Αχαϊας)
Β΄ Βραβείο : ΑΠΕΡΓΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ «Jazz Room» (Λάρισα)
Γ΄ Βραβείο : ΛΑΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ «Τα ίχνη της καταχνιάς» (Θεσσαλονίκη)
Γ΄ Βραβείο : ΚΑΤΣΟΥΠΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ «Ο πίνακας» (Πάτρα)


Έπαινοι Νουβέλας:

1. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ «Λουλούδι της βροχής» (Λευκωσία- Κύπρος)
2. ΠΙΤΕΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ «Το ημερολόγιο του Γεράσιμου Πλιαδαρέση (Θέρμη- Θεσσαλονίκη)
3. ΒΕΝΑΡΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΗ (ΛΙΝΑ) «Η άλλη Γυναίκα» (Πυλαία- Θεσσαλονίκη)
4. ΚΡΟΤΣΕΤΗ ΝΙΚΗ «Μυρμηγκοφωλιά» (Γλυφάδα- Αθήνα)
5. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ «Ο σαξοφωνίστας» (Εύοσμος- Θεσσαλονίκη)
6. ΚΟΥΡΤΟΓΛΟΥ ΜΑΡΑ «Ο Χάρτινος Κόσμος» (Κορυδαλλός -Αθήνα)
7. ΧΑΤΖΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ «Παράδοξος ύπνος» (Σοφάδες- Καρδίτσα)
8. ΛΑΓΑΡΙΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ «Τα προκατειλημμένα χέρια» (Λάρισα)
9. ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΑΡΧΟΝΤΗΣ «Νόμιμη ΄Αμυνα» (Αγιά- Λάρισα)
10. ΜΑΛΤΕΖΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ «Ο θνητός και ο ΄Αγγελος» (Αλεξανδρούπολη)
11. ΔΡΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ «Μέλι & Στάχτη» (Συκιές- Θεσσαλονίκη)
12. ΠΑΛΑΜΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ «Το σιντί της Βανέσας Μέϊ» (Σητεία-Κρήτη)


Βραβεύσεις Μυθιστορημάτων:

Α΄ Βραβείο: ΜΟΣΧΟΝΑ ΔΩΡΑ «Μάθημα ζωής» (Βόνιτσα)
B΄ Βραβείο: ΤΣΙΑΜΤΣΗ ΧΡΥΣΑΝΘΗ «Στη χούφτα ενός καλοκαιριού (Βούπερταλ Γερμανίας)
Β΄ Βραβείο: KOΥΡΛΗ ΜΑΡΙΑ «Σαν μόνιμο δάκρυ» (Θεσσαλονίκη)
Γ΄ Βραβειο: ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΛΕΝΑ «Το δέντρο που άκουγε» (Στρόβολος-Κύπρος)


Έπαινοι Μυθιστορημάτων:

1. ΜΟΔΕΣΤΟΥ ΑΝΤΙΓΟΝΗ «Απαράμμιλη δύναμη»-Ωδή στην αγάπη (Λευκωσία-Κύπρος)
2. ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΗΣ ΑΝ. ΣΠΥΡΟΣ «Σκλάβα Ρωμιοσύνη» (Ν. Ιωνία -Αθήνα)
3. ΛΕΪΜΟΝΗΣ ΚΩΣΤΑΣ «Αλλιώτικος Νόμος» (Παιανία-Αθήνα)
4. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ «Ο Διάλογος του Μονόλογου»(Αγ.Παρασκευή)
5. ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ «Το χρυσό περιστέρι της αυγής»(Λευκωσία-Κύπρος)
6. ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΒΡΑΑΜ-ΡΕΠΑ «Ερημίτης» (Αθήνα)
7. ΦΡΑΓΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ «Ο άνθρωπος που έχασε το είδωλό του» (Αθήνα)
8. ΝΑΝΝΙΝΑ ΣΑΚΚΑ-ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ «Το στοιχειωμένο Χωριό» (Αθήνα)
9. ΜΙΛΕΒΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ «Το μαγικό βιβλίο της Ελπίδας και της Απόγνωσης»(Αθήνα)


Βραβεύσεις Δοκιμίου:

Α΄ Βραβείο: ΔΑΚΡΟΤΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ «Η βούληση της γνώσης και της πράξης» (Μαρούσι)
Β΄ Βραβείο: ΣΚΟΠΕΤΕΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ «Μεταφυσική και ενδοκόσμια αθανασία» (Αμπελόκηποι-Αθήνα)
Γ΄ Βραβείο: ΔΙΑΚΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ «Δύνανται σε εποχές κρίσεως οι χαρισματικοί ηγέτες να δώσουν λύση στα προβλήματα των κοινωνιών;» (Πειραιάς)
Γ΄ Βραβείο: ΛΕΜΟΔΕΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ «Βασικό ένστικτο» (Αθήνα)


Έπαινοι Δοκιμίου:

1. ΦΡΑΓΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ «Η κενότητα της πράξεως της κλοπής σύμφωνα με τη συμπαντική ισορροπία» (Μελίσια Αθήνα)
2. ΝΤΕΛΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ «Η δύναμη της ποίησης» (Καρδίτσα)
3. ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ ΜΑΡΙΑ «Η τέχνη για ποιον;» (Δράμα)
4. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ «Σχετικά με τη δομή του Χιουμοριστικού Λόγου» (Αθήνα)


Βραβεύσεις Παραμυθιού:

Α΄ Βραβείο: ΤΕΓΟΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΑΝΝΑ «Ο χορός των Ντο ρε μί» (Πειραιάς)
Β΄ Βραβείο: ΜΠΑΧΑΡΑΚΑΚΗ ΚΑΚΙΑ «Το μικρό ψαράκι που ήθελε να γίνει πεταλούδα» (Αγία Παρασκευή)
Γ΄ Βραβείο: ΚΑΤΕΡΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ «Το κυκλάμινο που ήθελε να παραμείνει αγριολούλουδο» (Δάφνη)
Γ΄ Βραβείο: ΤΣΙΑΜΤΣΗ ΧΡΥΣΑΝΘΗ «Ο καιρός ήταν χιονιάς» (Γερμανία)
Γ΄ Βραβειο: ΑΡΒΑΝΙΤΗ ΣΤΕΛΛΑ «Τα δάκρυα της ζωής» (Καλλιθέα)


Έπαινοι Παραμυθιού:

1. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ ΕΡΗ «Ο ξεχασμένος σάκος του Άγιου Βασίλη» (Ηλιούπολη- Αθήνα)
2. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΚΟΥΤΣΑΦΤΙΚΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ «Η Αλίνα και τα μαγικά κεράκια» (Κηφισιά Αθήνα)
3. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΜΑΡΙΑ «Πιο πέρα κι’ απ’ τα σύννεφα» (Λευκωσία- Κύπρος)
4. ΓΟΥΔΕΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ «Δάφνη και μυγδαλιά» (Αθήνα)
5. ΜΟΥΤΣΙΝΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ «Η Λίδα η πεταλούδα η συντομότερη ιστορία!» (Βόλος)
6. ΚΑΠΝΙΣΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ «Μπελάδες στο δάσος» (Κερατσίνι)
7. ΜΑΜΑΛΗ ΕΥΓΕΝΙΑ «Το Ασυναίσθημα» (Παλαιό Φάληρο -Αθήνα)
8. ΣΤΌΙΟΥ ΓΛΥΚΑ «Το πετειναράκι» (Αθήνα)
9. ΧΟΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ «Ο κόσμος των Δράκων» (Σεπόλια- Αθήνα)
10. ΚΑΣΙΑΡΟΥ ΕΥΑ «Ο κ.ψεύτης στο χωριό της Αλήθειας» (Ν.Σμύρνη Αθήνα)
11. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ ΕΙΡΗΝΗ «Η ευαίσθητη Αρχοντοπούλα» (Λέσβος)
12. ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ «Ένα όμορφο αληθινό παραμύθι» (Καισαριανή)
13. ΔΕΚΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ «Ο άνεμος» (Ζωγράφου- Αθήνα)
14. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΛΙΑΝΑ «Η δικαίωση του λύκου» (Άγ.Ανάργυροι -Αθήνα)




Οι κριτικές επιτροπές και τα αποτελέσματα κατά λογοτεχνικό είδος έχουν ως ακολούθως:


ΠΡΟΕΔΡΟΙ ΤΟΥ 33ου ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
-Ταβουλάρης Νίκος, Πρόεδρος της Π.Ε.Λ
- Σαββάκης Χρίστος, Αντιπρόεδρος της Π.Ε.Λ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ 33ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Π.Ε.Λ.

ΠΟΙΗΣΗ
-Σκουρολιάκου Μαρία: Ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Καρδραρά Μαρία: Ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Πουλημενάκου Τζούλια: Ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Βολάκης Κωνσταντίνος: Ποιητής, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Ψυχογιού - Γεωργαντάκη Φωτεινή: Ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.

ΔΙΗΓΗΜΑ
-Ταβουλάρης Νίκος: Λογοτέχνης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Π.Ε.Λ.
-Καπελούζος Κωνσταντίνος: Λογοτέχνης, Πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου της Π.Ε.Λ.
-Σαββάκης Χρίστος: Λογοτέχνης, Αντιπρόεδρος του Διοικητικού συμβουλίου της Π.Ε.Λ.
-Αγγελάκη Καλλιρρόη: Φιλόλογος, Λογοτέχνης, μέλος του Δ.Σ. της Ενώσεως Αιτωλ/νων Λογοτεχνών.
-Μπούρτζινου Ουρανία: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.

ΝΟΥΒΕΛΑ
-Ταβουλάρης Νίκος: Λογοτέχνης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Π.Ε.Λ.
-Χριστοφοράτου Ελένη: Πεζογράφος – ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Αραθύμου Κατερίνα: Εκπαιδευτικός, φιλόλογος.
-Πουλημενάκου Τζούλια: Ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Μπούρτζινου Ουρανία: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
- Αγρογιάννη Χριστίνα: Λογοτέχνης, μέλος του Δ.Σ. της Π.Ε.Λ.
- Λιανού – Ιωαννίδη Καίτη: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
- Ψακή – Κωβαίου Αγγελική: Λογοτέχνης, Έφορος του Δ.Σ. της Π.Ε.Λ.
-Βούλγαρη Μαίρη: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Ιακωβίδου Ελισάβετ: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.

ΔΟΚΙΜΙΟ
-Ταβουλάρης Νίκος: Λογοτέχνης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Π.Ε.Λ.
-Χαλκιαδάκη Εύα: Λογοτέχνης, Γενική Γραμματέας του Δ.Σ. της Π.Ε.Λ.
-Γεωργίου Κωνσταντίνος: Λογοτέχνης, Ταμίας του Δ.Σ. της Π.Ε.Λ.
-Γιακαννίκη Έφη: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Μπούρτζινου Ουρανία: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ
-Τσάτσου Ελένη: Λογοτέχνης – Ποιήτρια, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Σασσάλου Φωτεινή: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Τζούμα Αριάδνη: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Μπουλέκου Μίνα: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Μπούρτζινου Ουρανία: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ
- Βαρβαρήγος Δημήτρης: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ. και της Ε.Ε.Λ.
-Λύτρα Ελένη: Λογοτέχνης.
-Κουμεντάκη Σμαραγδή: Λογοτέχνης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Φλώρος Βασίλης: Λογοτέχνης, ηθοποιος, σκηνοθέτης, μέλος της Π.Ε.Λ.
-Αθανασίου Έρρικα: Λογοτέχνης, δημοσιογράφος.


Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

╰☆╮"Καρτεράκι" - Γ΄ Βραβείο στον 3ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό τής Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού Κύπρου (2013-2014)




"Καρτεράκι"


Παράξενο μέρος για να πεθάνει κανείς. Συγκεκριμένα για να το επιλέξει κάποιος ώστε να πεθάνει εκεί. Τι του έβρισκε, αλήθεια;
Ένα ξύλινο φθαρμένο παγκάκι γεμάτο με χαραγμένα ονόματα, καρδιές και βρισιές, απέναντι από το μαγαζί με τα μπαχαρικά και τα βότανα. Το πέρασμα εκείνο είχε διαρκώς μια ηδονική μελαγχολία να παρασέρνει τους διαβάτες, μέσα από μνήμες αποξηραμένες μα τόσο έντονες πάντοτε, με την όσφρηση να αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες σαγηνεύτριες ανάμεσα στις ανθρώπινες αισθήσεις.
Τα αρώματα από τα πολλών ειδών πιπέρια, τα μπαχάρια, την κανέλα, το μοσχοκάρυδο, το γαρύφαλλο, τις ευωδιές από τη λεβάντα, το θυμάρι, τη ρίγανη, το δεντρολίβανο, το φασκόμηλο… Αμέτρητα ταξίδια σε όλον τον κόσμο, μονάχα με ένα πέρασμα έξω από το «Καρτεράκι». Το όνομα αυτό το έδωσε στο μαγαζί με τα βότανα και τα μπαχαρικά ο πρώτος του ιδιοκτήτης, ένας Κρητικός ερωτευμένος με τη φύση και τα δώρα της, ο οποίος όταν χρειάστηκε να αφήσει τη γενέτειρά του, αποφάσισε να μην πάψει ποτέ του να διαδίδει τις χάρες της.
Το Καρτεράκι είναι ένα θρυλικό κρητικό μείγμα βοτάνων με μεγάλη ιστορία. Σε πολλές περιοχές της Κρήτης το αποκαλούν και Σαρανταβότανο, καθώς αποτελείται από σαράντα διαφορετικά φυτά και η συνταγή του διασώζεται χάρη σε μια μαντινάδα.
Επί δεκαετίες βρισκόταν αναρτημένο στο εσωτερικό της αριστερής τζαμαρίας του μαγαζιού, ένα μεγάλο κομμάτι από λεπτό ξύλο, βαμμένο πράσινο, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένη με το χέρι η εν λόγω μαντινάδα.

Σαν την υγειά σου έχασες και θες να την κερδίσεις
μόνο με βότανα της γης θα την ξαναποχτήσεις.
Φύλλα κιτροπορτοκαλιάς κι άρωμα από λεμόνι,
ανεραντζά, μανταρινιά, ξαρρωστικό κυδώνι.
Μάζωξε απ’ τσι ποταμούς τσ' ακονιζάς τ' αχνάρια,
βάτο και τσάι του βουνού και τσ' αμπιστιάς κλωνάρια.
Μάζωξε έρωντα πολύ απ' τα βουνά της Κρήτης
και σφάκα την πικραδερή, δάφνες μυρτιές να βρίσκεις.
Θύμο, κισσό κι αγκαραθιά και αγκαθοστοιβίδα,
την μυρουδιά βασιλικού, φασκομηλιά και θρίμπα,
μέντα και δεντρολίβανο όπου μοσκομυρίζει,
το λένε και αρισμαρί, που την υγειά χαρίζει.
Πάρε τα γιασεμόφυλλα, τη ροδαρά με τ' άνθη,
γαρεφαλόβιολες πολλές και γαρυφάλου άνθη.
Απήγανο και βάρσαμο της γης το χαμομήλι,
τη μυριστή αμπερόριζα που δένουν στο μαντήλι.
Πάρε το κοκκινόχορτο, βάλε και κουτσουνάδα
που φτιάχνουν κοκκινόλαδο, στου ήλιου την πυράδα.
Φύλλα συκιάς κι αμυγδαλιάς και φύλλα μαντζουράνας,
φλισκούνι που μοσκοβολά σαν κόρφος κάθε μάνας.
Το μαϊντανό, το σέλινο και την αντωναΐδα,
τ' αγούδουρα τ' αγλακιτού τον κλάδο και τα φύλλα.
Όλα ετούτα βράσε τα, γέμισε μία σκάφη
και διώξε απ' το κορμάκι σου τσι πόνους και τα πάθη.

     
Ο καθημερινός ηλικιωμένος επισκέπτης του αντικρινού πεζοδρομίου, είχε σχεδόν αποστηθίσει τη μαντινάδα. Παρ’ όλα αυτά όμως, κάθε μέρα που ερχόταν, πριν να πάει να καθίσει στο γνωστό σημείο, στεκόταν μπροστά στη βιτρίνα και διάβαζε ξανά τη μαντινάδα, σαν κάποιος που την έβλεπε για πρώτη φορά. Έπειτα περνούσε απέναντι, καθόταν στο παγκάκι και περίμενε.
Πίσω από το παγκάκι βρισκόταν το φαρδύ πεζοδρόμιο με τις βοτσαλωτές πλάκες· ακόμη κι αυτό έκανε το σημείο να μοιάζει παράξενο – ποιος να σκέφτηκε να τοποθετήσει το παγκάκι στην άκρη του πεζοδρομίου, προς τον δρόμο, κι όχι στην εσωτερική του πλευρά όπου το οπτικό πεδίο θα ήταν ευρύ; Έτσι όπως ήταν τοποθετημένο, όποιος καθόταν σε αυτό δεν είχε οπτική πρόσβαση προς τους περαστικούς του πεζοδρομίου –εκτός κι αν γύριζε να κοιτάξει πίσω– παρά μόνο προς τα οχήματα που διέσχιζαν τον δρόμο και την κινητικότητα στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένα παράξενα όμορφο σημείο για να καθίσει κανείς. Αλλά και για να πεθάνει; Τι του έβρισκε;
Κάθε μέρα τον τελευταίο καιρό, ξυπνούσε το πρωί, έπαιρνε το μπάνιο του, ντυνόταν και κατέβαινε στο παγκάκι του. Δίχως καμία απόκλιση από αυτό το πρόγραμμα. Καθόταν εκεί για περίπου δυο ώρες κι έπειτα επέστρεφε στο μοναχικό του σπίτι σχεδόν απογοητευμένος.
Τα ρούχα του ήταν όλα στις ίδιες αποχρώσεις· αποχρώσεις του σκούρου μπλε. Τα παπούτσια του επίσης, όλα μαύρα και του ίδιου σχεδίου μεταξύ τους. Η εμφάνισή του ήταν ανέκαθεν μια προσομοίωση του χαρακτήρα του: δεν ξεχώριζε, δεν έκανε ποτέ τη διαφορά, δεν διακρινόταν για κάτι. Και όσο κι αν αυτό αποτελούσε την ασφάλειά του, καθώς ήταν κάτι που το κατείχε όσο τίποτε άλλο, ήταν συνάμα και η καταδίκη του σε μια ζωή επίπεδη, επαχθώς ήσυχη, ανεκδιήγητα ακύμαντη, κάποιος θα έλεγε και ανείπωτα ασήμαντη.
Ακόμη και η φωνή του δεν έβγαινε ποτέ από τον λαιμό του με δύναμη ή με νεύρο. Οι καλημέρες και οι καληνύχτες του ηχούσαν όπως τα νάζια κάποιων διψασμένων για χάδια, φοβισμένων αδέσποτων σκύλων – δειλά, αθάρρευτα, διστακτικά. Κανείς δεν τον είχε ακούσει ποτέ να υψώνει τη φωνή του, να αντιτίθεται ή ακόμη και να γελάει δυνατά. Οι γείτονες συνήθως δεν θυμόντουσαν αν τον είχαν δει ή όχι να περνάει νωρίτερα μπροστά από τα σπίτια τους, σχεδόν δεν θυμόντουσαν πότε τον είχαν δει για τελευταία φορά. Ήταν η πιο αθόρυβη, η πιο διάφανη ύπαρξη της γειτονιάς. Από παιδί.
Η μητέρα του ήταν ένα πειθήνιο πλάσμα που ζούσε κάτω από την κυριαρχία του βάρβαρου πατέρα του. Ο πατέρας του πάλι, ήταν από κείνες τις φιγούρες που προκαλούν σύγχυση· μέσα από την πόρτα του σπιτιού τους είναι οι απόλυτοι τύραννοι και έξω από αυτήν, οι ιδεώδεις οικογενειάρχες.
Όταν η βαναυσότητα του πατέρα έφτανε να δημιουργεί σημάδια και στον ίδιο τον γιο του, ο πιο ασφαλής τρόπος για να μη γινόταν αυτό αντιληπτό από τους άλλους, ήταν το να προσπαθεί να μη γίνεται γενικότερα αντιληπτός ο ίδιος. Κι έτσι πέρασε ολόκληρη την παιδική του ηλικία. Και την εφηβεία του. Όλα τα «μη μιλάς», «μην το πεις», «κάτσε ήσυχος» που άκουσε ως παιδί από τη μητέρα του ώστε να μη διαδοθούν εν δήμω τα εν οίκω, καταγράφηκαν τόσο βαθιά στο υποσυνείδητό του, που τα υιοθέτησε και ως ενήλικας.
Κάποτε το σπίτι τους απαλλάχτηκε εν τέλει από τον δυνάστη του, ο οποίος τιμήθηκε με μια μεγαλόπρεπη κηδεία, όπως θα ταίριαζε σε κάθε ευυπόληπτο μέλος μιας πλανεμένης κοινωνίας. Ο έφηβος τότε γιος του, τον κοιτούσε ξαπλωμένο μέσα στο φέρετρό του κι αναρωτιόταν για το παράδοξο του να πεθαίνεις από καρδιά όταν όλη σου τη ζωή έμοιαζες να μην έχεις τέτοια…
Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος δεν απαλλάχτηκε ποτέ από τη συνήθειά του να μη γίνεται αντιληπτός. Έτσι έζησε ολόκληρη τη ζωή του, διάφανος και ήσυχος. Ακόμη κι όταν έχασε και τη μητέρα του κι απέμεινε εντελώς μόνος, εξακολούθησε να ζει μέσα στη διαφάνειά του, στην ησυχία και τη μοναξιά του. Έμοιαζε με μια δυστυχή ύπαρξη που απλώς περίμενε με κάποιον τρόπο το τέλος.
Αυτός ήταν και ο λόγος που τελευταία κατέβαινε καθημερινά στο παγκάκι απέναντι από το «Καρτεράκι» και καθόταν εκεί για δυο ώρες περίπου κάθε φορά. Εσχάτως αισθανόταν έντονα πως το τέλος του βρισκόταν πολύ κοντά. Και ήταν ζωηρή η επιθυμία του να πεθάνει σε εκείνο το παγκάκι, ανάμεσα στους ανυποψίαστους περαστικούς, οι οποίοι θα νόμιζαν πως ο καθισμένος παππούς απλώς αποκοιμήθηκε· όσοι θα μπορούσαν να τον διακρίνουν τέλος πάντων.
Ένα ήσυχο μεσημέρι, καθώς επέστρεφε στο σπίτι του, απογοητευμένος για μια ακόμη φορά που δεν είχε αφήσει ούτε κι εκείνο το πρωινό την τελευταία του πνοή στο αγαπημένο του σημείο, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση. Στρίβοντας από τον κεντρικό δρόμο μέσα σε ένα ήρεμο σοκάκι, του επιτέθηκαν δυο άντρες, με πυκνά μούσια και βρόμικα ρούχα, άπλυτοι κι εμφανώς τυραννισμένοι από την πείνα και την έλλειψη στέγης. Ο ένας τον ακινητοποίησε από πίσω, ενώ ο άλλος του έψαχνε τις τσέπες για πορτοφόλι ή σκόρπια χρήματα, καθώς ήταν πρώτες ημέρες του μήνα και οι συντάξεις είχαν καταβληθεί.
Οι τσέπες του ήταν άδειες από οτιδήποτε πολύτιμο. Το μόνο που βρήκαν ήταν μια μικρή διπλωμένη χαρτοσακούλα. Ο άνδρας που την πήρε στα χέρια του, την περιεργάστηκε ελάχιστα δίχως καν να την ξεδιπλώσει κι έπειτα την πέταξε στο πεζοδρόμιο, αγανακτισμένος από την ανώφελη εν τέλει επίθεση που είχαν μόλις διαπράξει.
Ο παππούς, κατατρομαγμένος, παρακαλούσε τρέμοντας τους δυο άντρες να τον αφήσουν. Τους δήλωνε πως δεν έχει τίποτα πάνω του που να μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο. Κι όλα αυτά με την ατονική κι ανίσχυρη φωνή του, με την άνευρη κι αθάρρευτη παρουσία του.
Ο άνδρας που βρισκόταν μπροστά του, έκανε νόημα στον άλλον, που κρατούσε τον γέροντα ακινητοποιημένο, να τον αφήσουν και να φύγουν, καθώς δεν υπήρχε τίποτα πάνω του για να πάρουν. Ο άλλος άνδρας έριξε μια γρήγορη ματιά στον ηλικιωμένο από πάνω μέχρι κάτω και, διαφωνώντας με τον συνέταιρό του στη ληστεία, έσκυψε ορμητικά και προσπάθησε να του βγάλει τα παπούτσια από τα γέρικα κι αδύναμα πόδια του. Τότε ο παππούς, μη αντέχοντας άλλο την τρομοκράτηση και την ταπείνωση, έβγαλε μια φωνή, τόσο στεντόρεια που και ο ίδιος για πρώτη φορά στην πολυετή ζωή του την άκουγε να βγαίνει από τον λαιμό του έτσι.
«Άσε μεεε!...».
Οι δυο ληστές κατάφεραν τελικά να του πάρουν τα καλογυαλισμένα του παπούτσια κι άρχισαν να τρέχουν όσο πιο σβέλτα μπορούσαν, αφήνοντας τον γέρο πεσμένο χάμω πια, στην άκρη του πεζοδρομίου.
Με τη βροντερή κραυγή του, κάποιοι κάτοικοι των γύρω σπιτιών άρχισαν να προβάλλουν ανήσυχοι στις εισόδους των κατοικιών τους. Μόλις αντίκρισαν τον ηλικιωμένο έντρομο και συγχυσμένο, έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Ένας άντρας τον έπιασε από το μπράτσο και τον βοήθησε να σηκωθεί στα πόδια του. Όλοι τον ρωτούσαν τι συνέβη. Εκείνος δεν μιλούσε. Κοιτούσε τριγύρω του στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να εντοπίσει το διπλωμένο χάρτινο σακουλάκι του που είχαν πετάξει οι ληστές. Μόλις το αντίκρισε, έσκυψε με δυσκολία και το πήρε στα χέρια του. Έπειτα το έβαλε στην τσέπη του κι άρχισε να βαδίζει αργά παίρνοντας τον δρόμο προς το σπίτι του. Οι άνθρωποι που είχαν μαζευτεί γύρω του, προσφέρθηκαν να τον συνοδέψουν, αλλά εκείνος αρνήθηκε σηκώνοντας το χέρι του και κουνώντας την παλάμη του πέρα-δώθε. Ψέλλισε «ευχαριστώ…», με μια φωνή που ίσα που ακουγόταν κι απομακρύνθηκε.
Έφτασε στον δρόμο του σπιτιού του και τον διέσχισε σιγά σιγά, με τις σκούρες μπλε κάλτσες του να σέρνονται πάνω στο ασφαλτόστρωμα. Η απουσία των παπουτσιών από τα πόδια του –πράγμα αταίριαστο στην πάντοτε συντηρητικά επιμελημένη εικόνα του– τράβηξε αμέσως την προσοχή των γειτόνων που βρίσκονταν έξω εκείνη τη στιγμή, οι οποίοι άρχισαν να τον πλησιάζουν και να τον ρωτούν ανήσυχα τι του συνέβαινε και περπατούσε στον δρόμο με τις κάλτσες. Εκείνος δεν τους έδινε σημασία, συνέχιζε να κατευθύνεται προς το σπίτι του, οπότε εκείνοι έμεναν να στέκουν πίσω του απορημένοι, κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλον.
Ο ηλικιωμένος έφτασε στο σπίτι του. Έσπρωξε την καγκελόπορτα που οδηγούσε στο μικρό κηπάκι του κι έπειτα άνοιξε την κύρια είσοδο του σπιτιού και προχώρησε μέσα.
Έβγαλε το τσαλακωμένο του πουκάμισο και το σκονισμένο παντελόνι του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να βγάλει και τις κάλτσες του. Τότε, παρατηρώντας τες έτσι λερωμένες και φθαρμένες, άρχισε να γελάει νευρικά. Γελούσε όλο και πιο δυνατά. Τόσο πολύ είχε παραδοθεί στο γέλιο, που αδυνατούσε να βγάλει τις κάλτσες από τα πόδια του. Συνεχώς περνούσε τα δάχτυλα του χεριού του μέσα στα λάστιχα, μα από το νευρικό γέλιο δεν κατάφερνε να τις τραβήξει. Μέχρι που παραιτήθηκε από την προσπάθεια.
Εκείνον τον διάφανο, τον αθόρυβο, τον μη αντιληπτό άνθρωπο, ήρθε μια ληστεία να τον κάνει να ακουστεί και να θεαθεί για πρώτη φορά μέσα σε τόσο πολλά χρόνια. Να κάνει την παρουσία του ιδιαίτερα αντιληπτή – έστω κι αν το ενδιαφέρον του κόσμου απευθυνόταν προς κάποιον ηλικιωμένο που περπατούσε ξαφνικά μέσα στους δρόμους με τις κάλτσες. Κι όλο αυτό εν τέλει μόνο γέλιο μπορούσε να του προκαλέσει· ακατάπαυστο, νευρικό γέλιο.
Έγειρε και γράπωσε το παντελόνι του, ψαχουλεύοντας μέσα στις τσέπες. Βρήκε τη διπλωμένη χαρτοσακούλα και την κράτησε στα χέρια του. Ήταν μια από κείνες τις μικρές καφετιές χαρτοσακούλες που χρησιμοποιούσαν πριν από πολλά χρόνια στο «Καρτεράκι» για να συσκευάζουν τα χύμα βότανα και τα μπαχαρικά που πουλούσαν – οι τελευταίοι ιδιοκτήτες του μαγαζιού, τις είχαν πλέον αντικαταστήσει με λευκές, φέρουσες πάνω τους το λογότυπο της επιχείρησης. Το γέλιο του άρχισε να ελαττώνεται. Ώσπου σταμάτησε, αφήνοντας στα χείλη του ένα απομεινάρι χαμόγελου.
Με αργές κινήσεις, σχεδόν ιεροτελεστίας, ξεδίπλωσε το χάρτινο σακουλάκι. Στο εσωτερικό του υπήρχαν ακόμη κάποια ελάχιστα ψήγματα διάφορων αποξηραμένων βοτάνων, απομεινάρια από το θρυλικό μείγμα του Σαρανταβότανου. Στο ταλαιπωρημένο χαρτί απέξω, με αρκετά ξεθωριασμένα πλέον γράμματα υπήρχε το εξής σημείωμα:
«Θα είμαι το πρωί στο παγκάκι, απέναντι από κει που σου αγόρασα αυτό το τσάι».
Τα γέρικα δάχτυλά του πέρασαν τρυφερά πάνω από τα γράμματα του σημειώματος. Το χαμόγελο έδωσε τη θέση του σε μια ευθεία γραμμή που ήρθε και κάθισε βαριά πάνω στα χείλη του και μετέτρεψε την έκφρασή του πλέον σε σοβαρή. Έμεινε αρκετή ώρα έτσι, να κοιτάζει τη μικρή χαρτοσακούλα και να κατακλύζεται από τις αναμνήσεις.

Του είχε χαρίσει τούτο το σακουλάκι με το Καρτεράκι ένα απόγευμα που περνούσε από το τσαγκαράδικο στο οποίο εκείνος δούλευε ως υπάλληλος τα απογεύματα. Ολόκληρη τη νύχτα η σκέψη της τον κράτησε ξύπνιο. Συλλογιζόταν τη στιγμή που θα τη συναντούσε και η ανησυχία του δεν επέτρεπε ούτε στο μυαλό ούτε στο σώμα του να ηρεμήσει.
Για μήνες την κοιτούσε να περνάει απέξω ή να επισκέπτεται το τσαγκαράδικο και του κοβόταν τελείως η λαλιά σαν συναντιόντουσαν. Κι εκείνη είχε βαλθεί να επιδιορθώσει τα παπούτσια ολόκληρης της οικογένειας αλλά και των συγγενών και φίλων, αρκεί να είχε έναν λόγο να τον επισκέπτεται. Και οι δυο νέοι –γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε– άνθιζαν τα μάγουλά τους σαν πορφυρά τριαντάφυλλα σαν βρίσκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον.
Το επόμενο πρωί σηκώθηκε, πήρε το μπάνιο του, ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς το σημείο συνάντησης. Την είδε από μακριά να κάθεται στο παγκάκι και να τον περιμένει. Φορούσε ένα μπεζ καλοσιδερωμένο φόρεμα και τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε έναν περιποιημένο κότσο με ένα διακριτικό ροδί στολίδι στο πλάι. Εκείνος, ντυμένος ολόκληρος στο σκούρο μπλε, στάθηκε αρκετά μέτρα πιο πέρα, πάνω στο πεζοδρόμιο που βρισκόταν πίσω από το παγκάκι, και την κοιτούσε νιώθοντας μαρμαρωμένος. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα για να την πλησιάσει. Ευχόταν να μπορούσε να σταμάταγε ο χρόνος, ώσπου να κατάφερνε να βρει το κουράγιο να πάει να τη συναντήσει πριν να σηκωνόταν εκείνη να φύγει.
Η ευχή του δεν πραγματοποιήθηκε. Οι δείκτες του ρολογιού περιστρέφονταν αδιάκοπα, ώσπου εν τέλει εκείνη, έπειτα από αρκετή ώρα στο παγκάκι, σηκώθηκε απογοητευμένη να φύγει. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο επιχειρώντας να περάσει τον δρόμο. Η φωνή βγήκε από τον λαιμό του δειλή, δίχως νεύρο, δίχως καμία δύναμη…
«Πρόσεχε!...».
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εκείνη βρισκόταν πλάι στο ακινητοποιημένο πια αυτοκίνητο, αναίσθητη. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδε. Η οικογένειά της υποθήκευσε την ακίνητη περιουσία της και τη μετέφερε στο εξωτερικό με την επιθυμία να αποκατασταθεί από περισσότερο εξειδικευμένους γιατρούς η εγκεφαλική βλάβη που υπέστη από το ατύχημα. Δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω εκεί. Ούτε και νέα της έφτασαν έκτοτε στα αφτιά του.
Ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του βασανιζόταν από τις ενοχές στη σκέψη πως αν είχε βρει τη δύναμη να προχωρήσει και να τη συναντήσει, εκείνη δεν θα είχε πάθει αυτό το ατύχημα. Ή έστω αν είχε το θάρρος να φωνάξει δυνατότερα… Ίσως…

Ο ηλικιωμένος άντρας ακούμπησε το χάρτινο σακουλάκι στο πλάι κι έπειτα, σοβαρός πλέον, τράβηξε τις βρόμικες κάλτσες από τα πόδια του. Ύστερα άνοιξε το πορτάκι της παπουτσοθήκης και διάλεξε ένα άλλο ζευγάρι μαύρα παπούτσια, ίδια με τα κλεμμένα, τα οποία πήγε και τα τοποθέτησε πλάι στην έξοδο του σπιτιού.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε, πήρε το μπάνιο του, ντύθηκε, φόρεσε τα παπούτσια του και βγήκε. Κατευθύνθηκε προς το σημείο με το παγκάκι. Πριν να περάσει απέναντι τον δρόμο, στάθηκε έξω από το «Καρτεράκι» και διάβασε τη μαντινάδα που δέσποζε πίσω από την αριστερή βιτρίνα. Έπειτα προχώρησε προς την είσοδο και μπήκε στο μαγαζί. Αγόρασε λίγο από το μείγμα του Σαρανταβότανου. Η κοπέλα, καθώς το τοποθετούσε μέσα σε ένα χάρτινο άσπρο σακουλάκι, τον ενημέρωσε:
«Αυτό, αν πίνετε ένα φλιτζάνι την ημέρα, θα σας κρατήσει περίπου τρεις εβδομάδες».
«Όσο θέλει ας κρατήσει, παιδί μου. Δεν θα πεθάνουμε!...», αστειεύτηκε εκείνος.
Πήρε το σακουλάκι με το Καρτεράκι, πέρασε τον δρόμο και πήγε στο παγκάκι. Κάθισε για λίγο κι έπειτα έβγαλε από την τσέπη τού πουκαμίσου του ένα μολύβι κι έγραψε πάνω στο χάρτινο σακουλάκι.
«Έλα όποτε θέλεις να με βρεις. Θα σε περιμένω όπου και να είμαι.».
Άφησε το σακουλάκι πάνω στο παγκάκι κι έφυγε. Δεν ξαναπήγε ποτέ πια να καθίσει εκεί και να περιμένει να πεθάνει.


Ήταν λες και ήρθαν δυο ληστές και του πήραν όλο το βάρος που έσερνε μαζί του, κάνοντάς τον έστω και για λίγο ορατό, έστω και για λίγο υπαρκτό· απλώς βγάζοντάς τον από τα παπούτσια που είχε συνηθίσει να φορά σε όλη τη ζωή του. Ήταν λες κι εκείνο το «άσε μεεε!...» που ούρλιαξε για πρώτη του φορά, να έφτασε στα κατάβαθα της δικής του βεβαρυμμένης ψυχής και να τον ελευθέρωσε.





******************************




ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ 2013- 2014

Η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού, ανακοινώνει τα βραβεία του Γ’ Πανελλήνιου λογοτεχνικού διαγωνισμού. Στον φετινό διαγωνισμό υπήρξε μια μεγάλη συμμετοχή σε όλα τα λογοτεχνικά είδη από όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και τον απανταχού Ελληνισμό, Γερμανία, Ιταλία, Καναδά, Τσεχία. 
Το επίπεδο ήταν πολύ ψηλό και υπήρξαν πολλές ισοψηφίες γι΄ αυτό αποφασίστηκε όπως δοθούν μόνο βραβεία και έπαινοι.
Ευχαριστούμε όλους τους συμμετέχοντες διακριθέντες και μη και πιστεύουμε ακράδαντα ότι θα μας τιμήσετε και πάλιν στον Δ’ Πανελλήνιο διαγωνισμό μας που θα προκηρυχθεί μετά το Πάσχα. 

Στην κατηγορία ποίηση: 

Α΄ Βραβείο, Ζαχαρόπουλος Κωνσταντίνος
Α’ Βραβείο, Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου
Β΄ Βραβείο, Γιάννος Λαμπής
Γ΄ Βραβείο, Αντώνιος Ευθυμίου
Α’ Έπαινος, Δημήτριος Γκόγκας
Α’ Έπαινος, Αντωνοπούλου Νίκος 
Β΄ Έπαινος, Σωτηρία Βασιλείου
Β΄ Έπαινος ,Μαρία Νεφέλη Μαρκοπούλου
Β΄ Έπαινος ,Παναγιώτης Γ. Παπαδέλης
Β΄ Έπαινος, Ελένη Αντωνίου Κωνσταντίνου 
Β΄ Έπαινος , Βασιλική Εργαζάκη 
Β΄ Έπαινος , Ρεμουντάκης Εμμανουήλ
Β΄ Έπαινος , Βασίλειος Ρ, Φλώρος
Γ’ Έπαινος , Ιφιγένεια Παρασκευά
Γ’ Έπαινος ,Ελένη Σωφρονίου Στρατή.

Στην κατηγορία ποίηση στην Κυπριακή ντοπιολαλιά: 
Α΄ Βραβείο, Γεωργία Κόμπου
Β΄ Βραβείο, Μυρούλα Μαππούρα
Β΄ Βραβείο, Ελένη Σωφρονίου Στρατή
Γ’ Βραβείο, Ελένη Αντωνίου Κωνσταντίνου
Α, Έπαινος, Σταυρός Χριστοφόρου Νησιώτης
Β΄ Έπαινος, Κώστας Παπαϊωάννου
Β΄ Έπαινος, Τηλεμάχου Ισαβέλα
Β΄ Έπαινος, Μάρω Κουσιάππα
Γ’ Έπαινος, Καλλισθένη Δημητρίου
Γ’ Έπαινος, Κατερίνα Κωνσταντίνου Μάτσιου

Στην κατηγορία διήγημα: 
Α΄ Βραβείο, Ρεμουντάκης Εμμανουήλ
Β΄ Βραβείο, Σωτηρούλα Βασιλείου
Β΄ Βραβείο, Λαζάρου Ιωάννα
Β΄ Βραβείο, Ραφαέλλα Παπαμιχαήλ
Β΄ Βραβείο, Αγγελική Πλουμιά
Β΄ Βραβείο, Ανδρέας Πολυκάρπου
Β΄ Βραβείο , Κώστας Πραξιτέλους 
Γ’ Βραβείο , Ευτυχία Κανάρη
Γ’ Βραβείο, Μαρία Παπανδρέου
Α΄ Έπαινος, Σταύρος Λάβδας
Β΄ Έπαινος, Ηλίας Διαμαντής
Β΄ Έπαινος , Καλτσούνη Παρασκευή
Β΄ Έπαινος , Άννα Καλογήρου Παύλου
Β΄ Έπαινος , Ασημίνα Παραδείσα
Β΄ Έπαινος , Πανέλας Αθανάσιος
Β΄ Έπαινος , Κώστας Παπαϊωάννου
Γ΄ Έπαινος , Καλλισθένη Δημητρίου
Γ΄ Έπαινος , Γαιτανίδης Ευστάθιος
Γ΄ Έπαινος , Κωνσταντίνος Βασιλείου
Γ΄ Έπαινος , Νίκος Σακελαρόπουλος
Γ΄ Έπαινος , Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου
Γ΄ Έπαινος , Εύα Κάσιαρου
Γ΄ Έπαινος , Μάρω Κουσιάππα
Γ΄ Έπαινος , Γιάννης Θ. Πολυράκης


Η εκδήλωση απονομής θα πραγματοποιηθεί στις 4 Απριλίου 2014 στις 7+30μ.μ, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου Λεμεσού . 
Όσοι εκ των βραβευθέντων δεν μπορέσουν να παραβρεθούν στην εκδήλωση και έχουν την δυνατότητα να ορίσουν κάποιο αντιπρόσωπο αυτό θα βοηθήσει στην ομαλή διεξαγωγή της . Για όσους δεν θα έχουν αυτή τη δυνατότητα τα βραβεία , έπαινοι , θα τους αποσταλούν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που αναγράφετε στα στοιχειά συμμετοχής τους. 
Για περισσότερες πληροφορίες στα τηλέφωνα 00357-99604005, Άθως Χατζηματθαίου, Υπεύθυνος τύπου και Δημοσίων σχέσεων και οο357-99411833, Πανίκος Παναγή αντιπρόεδρος. Και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο h_athos@hotmail.com