Social Icons

...Έτσι λοιπόν, σε έναν κόσμο γεμάτο από χέρια που σκάβουν, άλλοτε χώματα κι άλλοτε ψυχές κι ανήμπορα σώματα, εγώ σήκωσα το δικό μου ψηλά κι έγραψα στον αέρα τον πρώτο μου στίχο. Έκτοτε, γράφω με το αίμα μου…
Άδεια Creative Commons
Τα περιεχόμενα του παρόντος ιστοχώρου υπάγονται σε Άδεια Χρήσης
Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

✿ Παραλήρημα της τρίτης ηλικίας ενός τριαντάφυλλου




Η τριανταφυλλιά κάτω απ’ το παράθυρο είναι κοραλλί. Εγώ τις πορτοκαλοκίτρινες αγαπώ. Αλλά αυτή έξω είναι κοραλλί. Θα ήθελα να τη βάραινε μια όμορφη ιστορία, να μου την είχε χαρίσει κάποιος σπουδαίος άντρας της ζωής μου, να συμβόλιζε για μένα τον πόθο του εραστή, να ήταν αυτή που έμεινε όταν εκείνος χάθηκε, αλλά όχι… Κάποιος την πέταξε στα σκουπίδια μαζί με τη σπασμένη γλάστρα της. Γύριζα απ’ τον γιατρό τη μέρα εκείνη, αδύναμη κι εγώ. Πώς με καθρέφτισε πλάι στον κάδο και της έριξα και δεύτερη ματιά. Αυτό είναι όλο, καμιά όμορφη ιστορία… Μια πεταμένη τριανταφυλλιά σε μια σπασμένη γλάστρα πλάι στα σκουπίδια. Τη μάζεψα και τη φρόντισα. Είναι τώρα πια κι αυτή γριά. Έχω αφόρητους πόνους στα πόδια και στη μέση. Ο Νικήτας μού φέρνει τα ψώνια και του δίνω κάτι παραπάνω για να βγαίνει να την ποτίζει και, όταν είναι ο καιρός, να την κλαδεύει λιγάκι. Ξέρει αυτός πόσο πρέπει. Αν ήμουν κι εγώ νέα όπως ο Νικήτας, νομίζω πως εκείνος θα με ερωτευόταν πολύ. Κι εγώ δεν θα του έδινα καμία σημασία. Το βλέμμα μου θα τον διαπερνούσε σαν να ήταν διάφανος. Τώρα τον βλέπω. Μου φέρνει τα ψώνια, με πηγαίνει στον γιατρό, ποτίζει και ξέρει πόσο πρέπει να κλαδεύει την τριανταφυλλιά μου. Αυτά μου αρκούν πια για να τον βλέπω. Πώς του τον φύτεψε η μάνα του τόσον σεβασμό; Αν ήταν γιος δικός μου, φοβάμαι πως δεν θα έδινε καμιά σημασία σε μια σακάτισσα γριά όπως είμαι εγώ. Αυτός όμως με πονάει. Μια γριά γειτόνισσά του είμαι μονάχα, μα με πονάει. Με τι μαγιά τον ζύμωσε η μάνα του; Δεν ξέρω. Μα αν δεν τον είχε σακατέψει αυτή, θα ήμουν ολότελα μόνη τώρα. Όλοι οι έρωτές μου, μού χάρισαν κάποτε ένα τριαντάφυλλο. Γι’ αυτό είμαι τόσο μόνη σήμερα. Γιατί έμαθα να καθρεφτίζομαι στα τριαντάφυλλα των εραστών μου. Χαριζόμουν με ιδιοτέλεια, ώσπου μαραινόμουν. Και κανείς τους δεν σκέφτηκε ποτέ να μου χαρίσει ένα πορτοκαλοκίτρινο τριαντάφυλλο· να μαραθώ και πάλι, αλλά να έχω ζήσει στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος... Γι’ αυτό είμαι τόσο μόνη σήμερα…  Δεν πειράζει που πονάνε τόσο τα πόδια μου και η μέση μου, περισσότερο με τρομάζει που αν μπορούσα να περπατήσω, δεν θα είχα πού να πάω. Αν είχα μια κόρη, θα της έλεγα να μη γίνει το τριαντάφυλλο κανενός. Αυτή θα με μισούσε τόσο πολύ μια μέρα και θα ερωτευόταν τον Νικήτα για να μ’ εκδικηθεί. Ευτυχώς που δεν έχω κόρη… Δυο να με μισούνε είναι πολύ. Κι ο ένας ζει μέσα μου… Στις έξι και μισή θα έρθει ο Νικήτας. Δεν είμαστε και τόσο διαφορετικοί τελικά… Είμαστε ζυμωμένοι και οι δυο μ’ εκείνη τη μαγιά που κάνει τους ανθρώπους να φροντίζουν τις πεταμένες σακάτικες τριανταφυλλιές με τις σπασμένες γλάστρες. Μακάρι να μην έχω πεθάνει ως τις επτά, έχω να του ζητήσω μια σημαντική χάρη. Να την πάρει από δω την τριανταφυλλιά. Και να τη φροντίζει ώσπου να βρει κάποια μέρα μια γυναίκα σαν την κόρη που δεν απέκτησα ποτέ και να της τη χαρίσει. Να αποκτήσει επιτέλους αυτή η τριανταφυλλιά μια όμορφη ιστορία να τη βαραίνει. Και να μπορέσω κι εγώ να πεθάνω χωρίς να καθρεφτίζομαι στα τριαντάφυλλα κανενός… Μόλις θα φύγει ο Νικήτας… Και καθώς θα με λούζουν τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου