Social Icons

...Έτσι λοιπόν, σε έναν κόσμο γεμάτο από χέρια που σκάβουν, άλλοτε χώματα κι άλλοτε ψυχές κι ανήμπορα σώματα, εγώ σήκωσα το δικό μου ψηλά κι έγραψα στον αέρα τον πρώτο μου στίχο. Έκτοτε, γράφω με το αίμα μου…
Άδεια Creative Commons
Τα περιεχόμενα του παρόντος ιστοχώρου υπάγονται σε Άδεια Χρήσης
Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

╰☆╮"Τα γέρικα παπούτσια" - Έπαινος Διηγήματος στον 33ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό τής Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών [ΠΕΛ] (2014)



"Τα γέρικα παπούτσια"



Ο ήχος από τα τακούνια τών γυναικών που περπατούσαν νευρικά πλάι της στο πεζοδρόμιο, έμπαινε σαν σφήνα στις μπερδεμένες σκέψεις της και την εκνεύριζε περισσότερο. Εκείνη φορούσε ένα ζευγάρι μπεζ μπαλαρίνες, τόσο χρησιμοποιημένες, που είχαν πλέον αποτυπωθεί πάνω τους βαθιά οι ρυτίδες που σχηματίζονταν από το τσάκισμα των ποδιών της.
Πότε πρόλαβε και έχασε τόσο πολλά; Πότε βρέθηκε να πηγαινοέρχεται στο νεκροταφείο για να καθαρίζει και να θυμιατίζει το μνήμα τής μητέρας της και πότε μπήκε τέλος στη σχέση της με τον επί σειρά ετών σύντροφό της; Πότε πρόλαβε και γέρασε; Τριάντα ενός ετών γριά… Πώς μπορούν να κυλούν μαύρα τα συναισθηματικά χρόνια μέσα σε ένα μονάχα ημερολογιακό έτος;…
Είχε τόσο τραυματιστεί από τόσον αποχωρισμό ξαφνικά, που ίσως υποσυνείδητα είχε επιλέξει να πάψει να σχετίζεται με τους ανθρώπους. Ακόμη και τα γερασμένα της παπούτσια, που δεν έπαιρνε την απόφαση να τα αντικαταστήσει, έμοιαζαν να δηλώνουν εκείνη την παραίτησή της να κάνει ένα βήμα πιο κοντά στον πραγματικό εαυτό της. Ή σε οποιονδήποτε άλλον…
Τουλάχιστον ήταν Τετάρτη. Και τις Τετάρτες πήγαινε στο σπίτι τού «Πεφωτισμένου» - έτσι αποκαλούσε τον κύριο Φώτη, φυσικά δίχως εκείνος να το γνωρίζει. Το γεγονός αυτό από μόνο του, η εργασία στο σπίτι τού κυρίου Φώτη, αρκούσε για να τη βοηθήσει να ηρεμήσει. Οι δουλειές σ’ εκείνο το σπίτι, με κάποια μεθοδικότητα που πλέον η ίδια είχε υιοθετήσει, έμοιαζαν περισσότερο με ψυχοθεραπεία, παρά με εργασία.
Ξεκινούσε από το μπάνιο στο οποίο, αφού καθάριζε, ψέκαζε ξίδι όπου ήθελε να απολυμάνει ή να απομακρύνει τα άλατα και το άφηνε να δράσει μέχρι εκείνη να καθαρίσει την κουζίνα. Όταν τελείωνε με την κουζίνα, επέστρεφε για να ξεπλύνει και να στεγνώσει το μπάνιο. Κι αφού ολοκλήρωνε με την καθαριότητα και την απολύμανση αυτών των δύο χώρων, προχωρούσε στην κρεβατοκάμαρα για να καταλήξει έπειτα στο χολ και το σαλόνι. Άφηνε αυτά τα  δύο τελευταία, καθώς έβρισκε εκεί τον ηλικιωμένο εργοδότη της να κάθεται στο γραφείο του, όταν πλέον είχε φτάσει η κατάλληλη ώρα για να μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους μερικές κουβέντες παράλληλα με τις δουλειές τής καθαριότητας.
Νωρίτερα εκείνος επιθυμούσε την ησυχία του. Εκείνη το γνώριζε και το σεβόταν. Όταν έμπαινε στο σπίτι του, μόλις αντάλλαζαν τις καλημέρες τους, πήγαινε στην κουζίνα, του έφτιαχνε έναν καφέ, του τον σερβίριζε στο γραφείο του κι έπειτα άλλαζε ρούχα και στρωνόταν στη δουλειά, αφήνοντάς τον στην ησυχία του. Οι θόρυβοι της καθαριότητας στο υπόλοιπο σπίτι δεν τον ενοχλούσαν καθόλου, αντιθέτως του πρόσφεραν ένα θετικό συναίσθημα – ίσως αυτό που νιώθουμε όταν δεχόμαστε οποιουδήποτε είδους φροντίδα.
Καθόταν ήσυχα στο γραφείο του και διάβαζε. Προτιμούσε να διαβάζει τα βιβλία του τις πρωινές ώρες και τα απογεύματα να ανεβαίνει στην ταράτσα και να φτιάχνει διάφορα αντικείμενα από σκαλισμένο ξύλο. Είχε μια μικρή αποθήκη εκεί πάνω, τις κρύες μέρες εργαζόταν μέσα και τις ζεστές σκάλιζε τα ξύλα του σε έναν πάγκο ακριβώς απέξω από αυτήν. Μόλις έπεφτε ο ήλιος, συμμάζευε τον χώρο και κατέβαινε στο σπίτι του. Κάπως έτσι είχε περάσει ολόκληρο το τρίτο μέρος τής ως τότε ζωής του, φτάνοντας αισίως στα εβδομήντα έξι έτη. Η ηλικία του αποτυπωνόταν με ευγένεια πάνω στην όψη του. Τα λευκά ανακατεμένα μαλλιά και οι βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του, έμοιαζαν να έχουν ένα σωρό ιστορίες να διηγηθούν. Ο ίδιος μιλούσε μετρημένα· όταν ένιωθε πως είχε κάτι να πει που να αξίζει να ειπωθεί.
«Πέτρα, σου έχω πει ποτέ πως πίνω μονάχα δύο καφέδες την εβδομάδα;»
«Μόνο δύο; Αλήθεια;»
«Μόνο δύο… Έναν αυτόν που μου φτιάχνεις εσύ κι έναν κάθε Κυριακή που επισκέπτομαι την αδελφή μου. Κι αν δεν φτιάχνατε τόσο ωραίο καφέ και οι δυο σας, καθόλου δεν θα έπινα. Δεν μου χρειάζεται.»
«Τότε γιατί τον πίνετε; Μόνο και μόνο επειδή τον φτιάχνουμε καλό;»
«Είναι θεραπευτική αγωγή, Πέτρα, παιδί μου.»
«Τι είναι, λέει;»
«Πρέπει να νοιάζεσαι πάντοτε για το τι βάζεις μέσα στο σώμα σου, από τι υλικά είναι φτιαγμένο, μέχρι από τι χέρια. Κι εγώ μπορεί να μην έχω ανάγκη την καφεΐνη, αλλά η καλοσύνη που ρίχνετε μέσα στο μπρίκι κι εσύ και η αδελφή μου, είναι σπουδαίο βάλσαμο, κορίτσι μου.»
Η Πέτρα βρισκόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή καθισμένη στα γόνατά της και ξεσκόνιζε το κάτω μέρος τής βιβλιοθήκης. Ακούγοντας αυτό, σηκώθηκε όρθια και κοίταξε τον γλυκύτατο ηλικιωμένο με τρυφερότητα.
«Πόσο όμορφο ήταν αυτό που είπατε τώρα, κύριε Φώτη…»
«Το όμορφο δεν είναι αυτό που λέω, αλλά το ότι το αισθάνομαι ώστε να το πω. Ο Θεός να σε έχει καλά, παιδί μου.»
«Υπάρχει Θεός, κύριε Φώτη μου;»
«Φυσικά και υπάρχει.»
«Και πώς είναι;»
Η Πέτρα συνέχισε να κάνει τις δουλειές της, ακούγοντας παράλληλα με μεγάλη προσοχή τον καλοσυνάτο άνδρα.
«Είναι ηλικιωμένος, ψηλός, παχύς, με μούσια, με μαλακή επιδερμίδα, με γαλανά μάτια και καστανά και πράσινα και μαύρα, και χωρίς καθόλου μάτια, κοντός, λεπτός, δίχως μαλλιά, με δέρμα τραχύ και σκαμμένο, άρρωστος, υγιής, σακάτης, νέος, επαγγέλλεται τα πάντα, ζει μοναχός του, έχει οικογένεια και πολλούς φίλους, φορά καθαρές ενδυμασίες, είναι ρακένδυτος, μιλά όλες τις γλώσσες του κόσμου, είναι κωφάλαλος, έχει τρομακτικό παρουσιαστικό, είναι πανέμορφος, μορφωμένος, αναλφάβητος και εξαρτημένος…»
«Εξαρτημένος από τι;»
«Από οτιδήποτε μπορεί να καλύψει το κενό τής μνήμης του…»
«Ποιο κενό; Τι δεν θυμάται;»
«Πως το άλλο του μισό είναι ο υπόλοιπος κόσμος. Κι όσο δεν το θυμάται, νομίζει πως ο ίδιος είναι θνητός κι εναντιώνεται στον θνητό εαυτό του και στους άλλους θνητούς γύρω του. Όσο δεν το θυμάται, ο κόσμος παραμένει διασπασμένος, άθυρμα μέσα στην αναρχία δισεκατομμυρίων λειψών Θεών με αμνησία.»
«Δηλαδή ο Θεός είναι εγώ κι εσείς και όλοι οι άλλοι, όλοι μας μαζί; Ένα;»
«Είσαι οξυδερκής και ανοιχτόμυαλη, Πέτρα. Είμαστε κεριά, παιδί μου. Άλλοι με χονδρά φυτίλια, άλλοι με λεπτά, άλλοι με ανθεκτικά, συμπαγή, άλλοι πάλι με τόσο ισχνά, που καίγονται αμέσως, πριν καν προλάβει να ζεσταθεί το κερί. Είμαστε κεριά, φτιαγμένα για τον ίδιο σκοπό: να μοιραστούμε την ίδια φλόγα στα ξεχωριστά μας φυτίλια. Να φιλοξενήσουμε στην κορυφή μας τη μία φλόγα, τη μοναδική, την ακατάσβεστη - της Αγάπης.  Γι’ αυτήν τεντώνουμε τα φυτίλια μας, όπως οι χελώνες τεντώνουν τα άκρα τους στον ήλιο ώστε να διατηρούνται υγιείς. Για άλλους αυτή η φλόγα είναι καταστροφή, λιώσιμο, αφανισμός, για άλλους ζεστασιά, φροντίδα, προσφορά, για άλλους ελπίδα, για άλλους φώτιση... Η ίδια φλόγα. Είμαστε κεριά, κορίτσι μου. Και μολονότι ο καθένας μας έχει διαφορετικό σχήμα, χρώμα, μέγεθος, άρωμα, ο πραγματικός βασανισμός μας –δηλαδή οι πυρκαγιές που ονομάζουμε φονικές, οι πύρινες λαίλαπες που δημιουργούμε ηθελημένα ή άθελά μας, οι εμπρησμοί με τους οποίους λιώνουμε ο ένας τον άλλον– οποιοσδήποτε βασανισμός μας έγκειται στο γεγονός πως αγνοούμε ότι όλοι μας είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια κερήθρα. Και πως με τους ίδιους τρόπους ανακυκλωνόμαστε…»
Η Πέτρα ξεσκόνιζε προσεκτικά, με ήσυχες κι ευγενικές κινήσεις, μια ξύλινη τίγρη που βρισκόταν ακουμπισμένη πάνω σε ένα τραπεζάκι. Τα δάχτυλά της περνούσαν το ύφασμα της καθαριότητας πάνω από τα σημεία που κάποτε είχε σκαλίσει και τρίψει και γυαλίσει ο αξιαγάπητος «Πεφωτισμένος». Κι αισθανόταν λες και κοινωνούσε μ’ αυτόν τον τρόπο λίγη από τη σοφία του, λίγη από τη γαλήνη και το φως που έμοιαζε να ξεχειλίζει από μέσα του.
Δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα για την υπόλοιπη ώρα. Σώπασαν και οι δυο, λες κι επεξεργάζονταν τούτες τις σκέψεις· σαν δυο εργάτριες μέλισσες που αφοσιώθηκαν στο τρύγημα των ανθών, ώστε να μαζέψουν νέκταρ και να γεμίσουν με μέλι την εξαίσια κερήθρα τους.
Κι όταν έφτασε η ώρα για να αποχωρήσει η Πέτρα από το σπίτι τού κυρίου Φώτη, εκείνος πήγε και στάθηκε στο παράθυρο του σαλονιού, διακριτικά πλάι στη λεπτή κουρτίνα, και την παρατηρούσε καθώς απομακρυνόταν· μια μικρή Θεά, με νεανικό βάδισμα και γέρικα παπούτσια.
Εκείνη πέρασε απέναντι τον δρόμο και κοντοστάθηκε έξω από ένα μαγαζί χαζεύοντας τη βιτρίνα του. Έπειτα από αρκετές στιγμές, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα.
Ήταν κατάστημα υποδημάτων.



***************************************




Τα αναλυτικά αποτελέσματα αναρτήθηκαν σε αυτή την προηγούμενη δημοσίευση.






2 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφο, αισιόδοξο και φιλοσοφικό το διήγημά σας! Συγχαρητήρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πάρα πολύ! Χαίρομαι τόσο που σας άγγιξε και που μοιραστήκατε τη γνώμη σας μ' αυτό το σχόλιο!

      Διαγραφή