Social Icons

...Έτσι λοιπόν, σε έναν κόσμο γεμάτο από χέρια που σκάβουν, άλλοτε χώματα κι άλλοτε ψυχές κι ανήμπορα σώματα, εγώ σήκωσα το δικό μου ψηλά κι έγραψα στον αέρα τον πρώτο μου στίχο. Έκτοτε, γράφω με το αίμα μου…
Άδεια Creative Commons
Τα περιεχόμενα του παρόντος ιστοχώρου υπάγονται σε Άδεια Χρήσης
Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

╰☆╮"Καρτεράκι" - Γ΄ Βραβείο στον 3ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό τής Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού Κύπρου (2013-2014)




"Καρτεράκι"


Παράξενο μέρος για να πεθάνει κανείς. Συγκεκριμένα για να το επιλέξει κάποιος ώστε να πεθάνει εκεί. Τι του έβρισκε, αλήθεια;
Ένα ξύλινο φθαρμένο παγκάκι γεμάτο με χαραγμένα ονόματα, καρδιές και βρισιές, απέναντι από το μαγαζί με τα μπαχαρικά και τα βότανα. Το πέρασμα εκείνο είχε διαρκώς μια ηδονική μελαγχολία να παρασέρνει τους διαβάτες, μέσα από μνήμες αποξηραμένες μα τόσο έντονες πάντοτε, με την όσφρηση να αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες σαγηνεύτριες ανάμεσα στις ανθρώπινες αισθήσεις.
Τα αρώματα από τα πολλών ειδών πιπέρια, τα μπαχάρια, την κανέλα, το μοσχοκάρυδο, το γαρύφαλλο, τις ευωδιές από τη λεβάντα, το θυμάρι, τη ρίγανη, το δεντρολίβανο, το φασκόμηλο… Αμέτρητα ταξίδια σε όλον τον κόσμο, μονάχα με ένα πέρασμα έξω από το «Καρτεράκι». Το όνομα αυτό το έδωσε στο μαγαζί με τα βότανα και τα μπαχαρικά ο πρώτος του ιδιοκτήτης, ένας Κρητικός ερωτευμένος με τη φύση και τα δώρα της, ο οποίος όταν χρειάστηκε να αφήσει τη γενέτειρά του, αποφάσισε να μην πάψει ποτέ του να διαδίδει τις χάρες της.
Το Καρτεράκι είναι ένα θρυλικό κρητικό μείγμα βοτάνων με μεγάλη ιστορία. Σε πολλές περιοχές της Κρήτης το αποκαλούν και Σαρανταβότανο, καθώς αποτελείται από σαράντα διαφορετικά φυτά και η συνταγή του διασώζεται χάρη σε μια μαντινάδα.
Επί δεκαετίες βρισκόταν αναρτημένο στο εσωτερικό της αριστερής τζαμαρίας του μαγαζιού, ένα μεγάλο κομμάτι από λεπτό ξύλο, βαμμένο πράσινο, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένη με το χέρι η εν λόγω μαντινάδα.

Σαν την υγειά σου έχασες και θες να την κερδίσεις
μόνο με βότανα της γης θα την ξαναποχτήσεις.
Φύλλα κιτροπορτοκαλιάς κι άρωμα από λεμόνι,
ανεραντζά, μανταρινιά, ξαρρωστικό κυδώνι.
Μάζωξε απ’ τσι ποταμούς τσ' ακονιζάς τ' αχνάρια,
βάτο και τσάι του βουνού και τσ' αμπιστιάς κλωνάρια.
Μάζωξε έρωντα πολύ απ' τα βουνά της Κρήτης
και σφάκα την πικραδερή, δάφνες μυρτιές να βρίσκεις.
Θύμο, κισσό κι αγκαραθιά και αγκαθοστοιβίδα,
την μυρουδιά βασιλικού, φασκομηλιά και θρίμπα,
μέντα και δεντρολίβανο όπου μοσκομυρίζει,
το λένε και αρισμαρί, που την υγειά χαρίζει.
Πάρε τα γιασεμόφυλλα, τη ροδαρά με τ' άνθη,
γαρεφαλόβιολες πολλές και γαρυφάλου άνθη.
Απήγανο και βάρσαμο της γης το χαμομήλι,
τη μυριστή αμπερόριζα που δένουν στο μαντήλι.
Πάρε το κοκκινόχορτο, βάλε και κουτσουνάδα
που φτιάχνουν κοκκινόλαδο, στου ήλιου την πυράδα.
Φύλλα συκιάς κι αμυγδαλιάς και φύλλα μαντζουράνας,
φλισκούνι που μοσκοβολά σαν κόρφος κάθε μάνας.
Το μαϊντανό, το σέλινο και την αντωναΐδα,
τ' αγούδουρα τ' αγλακιτού τον κλάδο και τα φύλλα.
Όλα ετούτα βράσε τα, γέμισε μία σκάφη
και διώξε απ' το κορμάκι σου τσι πόνους και τα πάθη.

     
Ο καθημερινός ηλικιωμένος επισκέπτης του αντικρινού πεζοδρομίου, είχε σχεδόν αποστηθίσει τη μαντινάδα. Παρ’ όλα αυτά όμως, κάθε μέρα που ερχόταν, πριν να πάει να καθίσει στο γνωστό σημείο, στεκόταν μπροστά στη βιτρίνα και διάβαζε ξανά τη μαντινάδα, σαν κάποιος που την έβλεπε για πρώτη φορά. Έπειτα περνούσε απέναντι, καθόταν στο παγκάκι και περίμενε.
Πίσω από το παγκάκι βρισκόταν το φαρδύ πεζοδρόμιο με τις βοτσαλωτές πλάκες· ακόμη κι αυτό έκανε το σημείο να μοιάζει παράξενο – ποιος να σκέφτηκε να τοποθετήσει το παγκάκι στην άκρη του πεζοδρομίου, προς τον δρόμο, κι όχι στην εσωτερική του πλευρά όπου το οπτικό πεδίο θα ήταν ευρύ; Έτσι όπως ήταν τοποθετημένο, όποιος καθόταν σε αυτό δεν είχε οπτική πρόσβαση προς τους περαστικούς του πεζοδρομίου –εκτός κι αν γύριζε να κοιτάξει πίσω– παρά μόνο προς τα οχήματα που διέσχιζαν τον δρόμο και την κινητικότητα στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένα παράξενα όμορφο σημείο για να καθίσει κανείς. Αλλά και για να πεθάνει; Τι του έβρισκε;
Κάθε μέρα τον τελευταίο καιρό, ξυπνούσε το πρωί, έπαιρνε το μπάνιο του, ντυνόταν και κατέβαινε στο παγκάκι του. Δίχως καμία απόκλιση από αυτό το πρόγραμμα. Καθόταν εκεί για περίπου δυο ώρες κι έπειτα επέστρεφε στο μοναχικό του σπίτι σχεδόν απογοητευμένος.
Τα ρούχα του ήταν όλα στις ίδιες αποχρώσεις· αποχρώσεις του σκούρου μπλε. Τα παπούτσια του επίσης, όλα μαύρα και του ίδιου σχεδίου μεταξύ τους. Η εμφάνισή του ήταν ανέκαθεν μια προσομοίωση του χαρακτήρα του: δεν ξεχώριζε, δεν έκανε ποτέ τη διαφορά, δεν διακρινόταν για κάτι. Και όσο κι αν αυτό αποτελούσε την ασφάλειά του, καθώς ήταν κάτι που το κατείχε όσο τίποτε άλλο, ήταν συνάμα και η καταδίκη του σε μια ζωή επίπεδη, επαχθώς ήσυχη, ανεκδιήγητα ακύμαντη, κάποιος θα έλεγε και ανείπωτα ασήμαντη.
Ακόμη και η φωνή του δεν έβγαινε ποτέ από τον λαιμό του με δύναμη ή με νεύρο. Οι καλημέρες και οι καληνύχτες του ηχούσαν όπως τα νάζια κάποιων διψασμένων για χάδια, φοβισμένων αδέσποτων σκύλων – δειλά, αθάρρευτα, διστακτικά. Κανείς δεν τον είχε ακούσει ποτέ να υψώνει τη φωνή του, να αντιτίθεται ή ακόμη και να γελάει δυνατά. Οι γείτονες συνήθως δεν θυμόντουσαν αν τον είχαν δει ή όχι να περνάει νωρίτερα μπροστά από τα σπίτια τους, σχεδόν δεν θυμόντουσαν πότε τον είχαν δει για τελευταία φορά. Ήταν η πιο αθόρυβη, η πιο διάφανη ύπαρξη της γειτονιάς. Από παιδί.
Η μητέρα του ήταν ένα πειθήνιο πλάσμα που ζούσε κάτω από την κυριαρχία του βάρβαρου πατέρα του. Ο πατέρας του πάλι, ήταν από κείνες τις φιγούρες που προκαλούν σύγχυση· μέσα από την πόρτα του σπιτιού τους είναι οι απόλυτοι τύραννοι και έξω από αυτήν, οι ιδεώδεις οικογενειάρχες.
Όταν η βαναυσότητα του πατέρα έφτανε να δημιουργεί σημάδια και στον ίδιο τον γιο του, ο πιο ασφαλής τρόπος για να μη γινόταν αυτό αντιληπτό από τους άλλους, ήταν το να προσπαθεί να μη γίνεται γενικότερα αντιληπτός ο ίδιος. Κι έτσι πέρασε ολόκληρη την παιδική του ηλικία. Και την εφηβεία του. Όλα τα «μη μιλάς», «μην το πεις», «κάτσε ήσυχος» που άκουσε ως παιδί από τη μητέρα του ώστε να μη διαδοθούν εν δήμω τα εν οίκω, καταγράφηκαν τόσο βαθιά στο υποσυνείδητό του, που τα υιοθέτησε και ως ενήλικας.
Κάποτε το σπίτι τους απαλλάχτηκε εν τέλει από τον δυνάστη του, ο οποίος τιμήθηκε με μια μεγαλόπρεπη κηδεία, όπως θα ταίριαζε σε κάθε ευυπόληπτο μέλος μιας πλανεμένης κοινωνίας. Ο έφηβος τότε γιος του, τον κοιτούσε ξαπλωμένο μέσα στο φέρετρό του κι αναρωτιόταν για το παράδοξο του να πεθαίνεις από καρδιά όταν όλη σου τη ζωή έμοιαζες να μην έχεις τέτοια…
Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος δεν απαλλάχτηκε ποτέ από τη συνήθειά του να μη γίνεται αντιληπτός. Έτσι έζησε ολόκληρη τη ζωή του, διάφανος και ήσυχος. Ακόμη κι όταν έχασε και τη μητέρα του κι απέμεινε εντελώς μόνος, εξακολούθησε να ζει μέσα στη διαφάνειά του, στην ησυχία και τη μοναξιά του. Έμοιαζε με μια δυστυχή ύπαρξη που απλώς περίμενε με κάποιον τρόπο το τέλος.
Αυτός ήταν και ο λόγος που τελευταία κατέβαινε καθημερινά στο παγκάκι απέναντι από το «Καρτεράκι» και καθόταν εκεί για δυο ώρες περίπου κάθε φορά. Εσχάτως αισθανόταν έντονα πως το τέλος του βρισκόταν πολύ κοντά. Και ήταν ζωηρή η επιθυμία του να πεθάνει σε εκείνο το παγκάκι, ανάμεσα στους ανυποψίαστους περαστικούς, οι οποίοι θα νόμιζαν πως ο καθισμένος παππούς απλώς αποκοιμήθηκε· όσοι θα μπορούσαν να τον διακρίνουν τέλος πάντων.
Ένα ήσυχο μεσημέρι, καθώς επέστρεφε στο σπίτι του, απογοητευμένος για μια ακόμη φορά που δεν είχε αφήσει ούτε κι εκείνο το πρωινό την τελευταία του πνοή στο αγαπημένο του σημείο, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση. Στρίβοντας από τον κεντρικό δρόμο μέσα σε ένα ήρεμο σοκάκι, του επιτέθηκαν δυο άντρες, με πυκνά μούσια και βρόμικα ρούχα, άπλυτοι κι εμφανώς τυραννισμένοι από την πείνα και την έλλειψη στέγης. Ο ένας τον ακινητοποίησε από πίσω, ενώ ο άλλος του έψαχνε τις τσέπες για πορτοφόλι ή σκόρπια χρήματα, καθώς ήταν πρώτες ημέρες του μήνα και οι συντάξεις είχαν καταβληθεί.
Οι τσέπες του ήταν άδειες από οτιδήποτε πολύτιμο. Το μόνο που βρήκαν ήταν μια μικρή διπλωμένη χαρτοσακούλα. Ο άνδρας που την πήρε στα χέρια του, την περιεργάστηκε ελάχιστα δίχως καν να την ξεδιπλώσει κι έπειτα την πέταξε στο πεζοδρόμιο, αγανακτισμένος από την ανώφελη εν τέλει επίθεση που είχαν μόλις διαπράξει.
Ο παππούς, κατατρομαγμένος, παρακαλούσε τρέμοντας τους δυο άντρες να τον αφήσουν. Τους δήλωνε πως δεν έχει τίποτα πάνω του που να μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο. Κι όλα αυτά με την ατονική κι ανίσχυρη φωνή του, με την άνευρη κι αθάρρευτη παρουσία του.
Ο άνδρας που βρισκόταν μπροστά του, έκανε νόημα στον άλλον, που κρατούσε τον γέροντα ακινητοποιημένο, να τον αφήσουν και να φύγουν, καθώς δεν υπήρχε τίποτα πάνω του για να πάρουν. Ο άλλος άνδρας έριξε μια γρήγορη ματιά στον ηλικιωμένο από πάνω μέχρι κάτω και, διαφωνώντας με τον συνέταιρό του στη ληστεία, έσκυψε ορμητικά και προσπάθησε να του βγάλει τα παπούτσια από τα γέρικα κι αδύναμα πόδια του. Τότε ο παππούς, μη αντέχοντας άλλο την τρομοκράτηση και την ταπείνωση, έβγαλε μια φωνή, τόσο στεντόρεια που και ο ίδιος για πρώτη φορά στην πολυετή ζωή του την άκουγε να βγαίνει από τον λαιμό του έτσι.
«Άσε μεεε!...».
Οι δυο ληστές κατάφεραν τελικά να του πάρουν τα καλογυαλισμένα του παπούτσια κι άρχισαν να τρέχουν όσο πιο σβέλτα μπορούσαν, αφήνοντας τον γέρο πεσμένο χάμω πια, στην άκρη του πεζοδρομίου.
Με τη βροντερή κραυγή του, κάποιοι κάτοικοι των γύρω σπιτιών άρχισαν να προβάλλουν ανήσυχοι στις εισόδους των κατοικιών τους. Μόλις αντίκρισαν τον ηλικιωμένο έντρομο και συγχυσμένο, έσπευσαν να τον βοηθήσουν. Ένας άντρας τον έπιασε από το μπράτσο και τον βοήθησε να σηκωθεί στα πόδια του. Όλοι τον ρωτούσαν τι συνέβη. Εκείνος δεν μιλούσε. Κοιτούσε τριγύρω του στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να εντοπίσει το διπλωμένο χάρτινο σακουλάκι του που είχαν πετάξει οι ληστές. Μόλις το αντίκρισε, έσκυψε με δυσκολία και το πήρε στα χέρια του. Έπειτα το έβαλε στην τσέπη του κι άρχισε να βαδίζει αργά παίρνοντας τον δρόμο προς το σπίτι του. Οι άνθρωποι που είχαν μαζευτεί γύρω του, προσφέρθηκαν να τον συνοδέψουν, αλλά εκείνος αρνήθηκε σηκώνοντας το χέρι του και κουνώντας την παλάμη του πέρα-δώθε. Ψέλλισε «ευχαριστώ…», με μια φωνή που ίσα που ακουγόταν κι απομακρύνθηκε.
Έφτασε στον δρόμο του σπιτιού του και τον διέσχισε σιγά σιγά, με τις σκούρες μπλε κάλτσες του να σέρνονται πάνω στο ασφαλτόστρωμα. Η απουσία των παπουτσιών από τα πόδια του –πράγμα αταίριαστο στην πάντοτε συντηρητικά επιμελημένη εικόνα του– τράβηξε αμέσως την προσοχή των γειτόνων που βρίσκονταν έξω εκείνη τη στιγμή, οι οποίοι άρχισαν να τον πλησιάζουν και να τον ρωτούν ανήσυχα τι του συνέβαινε και περπατούσε στον δρόμο με τις κάλτσες. Εκείνος δεν τους έδινε σημασία, συνέχιζε να κατευθύνεται προς το σπίτι του, οπότε εκείνοι έμεναν να στέκουν πίσω του απορημένοι, κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλον.
Ο ηλικιωμένος έφτασε στο σπίτι του. Έσπρωξε την καγκελόπορτα που οδηγούσε στο μικρό κηπάκι του κι έπειτα άνοιξε την κύρια είσοδο του σπιτιού και προχώρησε μέσα.
Έβγαλε το τσαλακωμένο του πουκάμισο και το σκονισμένο παντελόνι του και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να βγάλει και τις κάλτσες του. Τότε, παρατηρώντας τες έτσι λερωμένες και φθαρμένες, άρχισε να γελάει νευρικά. Γελούσε όλο και πιο δυνατά. Τόσο πολύ είχε παραδοθεί στο γέλιο, που αδυνατούσε να βγάλει τις κάλτσες από τα πόδια του. Συνεχώς περνούσε τα δάχτυλα του χεριού του μέσα στα λάστιχα, μα από το νευρικό γέλιο δεν κατάφερνε να τις τραβήξει. Μέχρι που παραιτήθηκε από την προσπάθεια.
Εκείνον τον διάφανο, τον αθόρυβο, τον μη αντιληπτό άνθρωπο, ήρθε μια ληστεία να τον κάνει να ακουστεί και να θεαθεί για πρώτη φορά μέσα σε τόσο πολλά χρόνια. Να κάνει την παρουσία του ιδιαίτερα αντιληπτή – έστω κι αν το ενδιαφέρον του κόσμου απευθυνόταν προς κάποιον ηλικιωμένο που περπατούσε ξαφνικά μέσα στους δρόμους με τις κάλτσες. Κι όλο αυτό εν τέλει μόνο γέλιο μπορούσε να του προκαλέσει· ακατάπαυστο, νευρικό γέλιο.
Έγειρε και γράπωσε το παντελόνι του, ψαχουλεύοντας μέσα στις τσέπες. Βρήκε τη διπλωμένη χαρτοσακούλα και την κράτησε στα χέρια του. Ήταν μια από κείνες τις μικρές καφετιές χαρτοσακούλες που χρησιμοποιούσαν πριν από πολλά χρόνια στο «Καρτεράκι» για να συσκευάζουν τα χύμα βότανα και τα μπαχαρικά που πουλούσαν – οι τελευταίοι ιδιοκτήτες του μαγαζιού, τις είχαν πλέον αντικαταστήσει με λευκές, φέρουσες πάνω τους το λογότυπο της επιχείρησης. Το γέλιο του άρχισε να ελαττώνεται. Ώσπου σταμάτησε, αφήνοντας στα χείλη του ένα απομεινάρι χαμόγελου.
Με αργές κινήσεις, σχεδόν ιεροτελεστίας, ξεδίπλωσε το χάρτινο σακουλάκι. Στο εσωτερικό του υπήρχαν ακόμη κάποια ελάχιστα ψήγματα διάφορων αποξηραμένων βοτάνων, απομεινάρια από το θρυλικό μείγμα του Σαρανταβότανου. Στο ταλαιπωρημένο χαρτί απέξω, με αρκετά ξεθωριασμένα πλέον γράμματα υπήρχε το εξής σημείωμα:
«Θα είμαι το πρωί στο παγκάκι, απέναντι από κει που σου αγόρασα αυτό το τσάι».
Τα γέρικα δάχτυλά του πέρασαν τρυφερά πάνω από τα γράμματα του σημειώματος. Το χαμόγελο έδωσε τη θέση του σε μια ευθεία γραμμή που ήρθε και κάθισε βαριά πάνω στα χείλη του και μετέτρεψε την έκφρασή του πλέον σε σοβαρή. Έμεινε αρκετή ώρα έτσι, να κοιτάζει τη μικρή χαρτοσακούλα και να κατακλύζεται από τις αναμνήσεις.

Του είχε χαρίσει τούτο το σακουλάκι με το Καρτεράκι ένα απόγευμα που περνούσε από το τσαγκαράδικο στο οποίο εκείνος δούλευε ως υπάλληλος τα απογεύματα. Ολόκληρη τη νύχτα η σκέψη της τον κράτησε ξύπνιο. Συλλογιζόταν τη στιγμή που θα τη συναντούσε και η ανησυχία του δεν επέτρεπε ούτε στο μυαλό ούτε στο σώμα του να ηρεμήσει.
Για μήνες την κοιτούσε να περνάει απέξω ή να επισκέπτεται το τσαγκαράδικο και του κοβόταν τελείως η λαλιά σαν συναντιόντουσαν. Κι εκείνη είχε βαλθεί να επιδιορθώσει τα παπούτσια ολόκληρης της οικογένειας αλλά και των συγγενών και φίλων, αρκεί να είχε έναν λόγο να τον επισκέπτεται. Και οι δυο νέοι –γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε– άνθιζαν τα μάγουλά τους σαν πορφυρά τριαντάφυλλα σαν βρίσκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον.
Το επόμενο πρωί σηκώθηκε, πήρε το μπάνιο του, ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς το σημείο συνάντησης. Την είδε από μακριά να κάθεται στο παγκάκι και να τον περιμένει. Φορούσε ένα μπεζ καλοσιδερωμένο φόρεμα και τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε έναν περιποιημένο κότσο με ένα διακριτικό ροδί στολίδι στο πλάι. Εκείνος, ντυμένος ολόκληρος στο σκούρο μπλε, στάθηκε αρκετά μέτρα πιο πέρα, πάνω στο πεζοδρόμιο που βρισκόταν πίσω από το παγκάκι, και την κοιτούσε νιώθοντας μαρμαρωμένος. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα για να την πλησιάσει. Ευχόταν να μπορούσε να σταμάταγε ο χρόνος, ώσπου να κατάφερνε να βρει το κουράγιο να πάει να τη συναντήσει πριν να σηκωνόταν εκείνη να φύγει.
Η ευχή του δεν πραγματοποιήθηκε. Οι δείκτες του ρολογιού περιστρέφονταν αδιάκοπα, ώσπου εν τέλει εκείνη, έπειτα από αρκετή ώρα στο παγκάκι, σηκώθηκε απογοητευμένη να φύγει. Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο επιχειρώντας να περάσει τον δρόμο. Η φωνή βγήκε από τον λαιμό του δειλή, δίχως νεύρο, δίχως καμία δύναμη…
«Πρόσεχε!...».
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εκείνη βρισκόταν πλάι στο ακινητοποιημένο πια αυτοκίνητο, αναίσθητη. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδε. Η οικογένειά της υποθήκευσε την ακίνητη περιουσία της και τη μετέφερε στο εξωτερικό με την επιθυμία να αποκατασταθεί από περισσότερο εξειδικευμένους γιατρούς η εγκεφαλική βλάβη που υπέστη από το ατύχημα. Δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω εκεί. Ούτε και νέα της έφτασαν έκτοτε στα αφτιά του.
Ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του βασανιζόταν από τις ενοχές στη σκέψη πως αν είχε βρει τη δύναμη να προχωρήσει και να τη συναντήσει, εκείνη δεν θα είχε πάθει αυτό το ατύχημα. Ή έστω αν είχε το θάρρος να φωνάξει δυνατότερα… Ίσως…

Ο ηλικιωμένος άντρας ακούμπησε το χάρτινο σακουλάκι στο πλάι κι έπειτα, σοβαρός πλέον, τράβηξε τις βρόμικες κάλτσες από τα πόδια του. Ύστερα άνοιξε το πορτάκι της παπουτσοθήκης και διάλεξε ένα άλλο ζευγάρι μαύρα παπούτσια, ίδια με τα κλεμμένα, τα οποία πήγε και τα τοποθέτησε πλάι στην έξοδο του σπιτιού.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε, πήρε το μπάνιο του, ντύθηκε, φόρεσε τα παπούτσια του και βγήκε. Κατευθύνθηκε προς το σημείο με το παγκάκι. Πριν να περάσει απέναντι τον δρόμο, στάθηκε έξω από το «Καρτεράκι» και διάβασε τη μαντινάδα που δέσποζε πίσω από την αριστερή βιτρίνα. Έπειτα προχώρησε προς την είσοδο και μπήκε στο μαγαζί. Αγόρασε λίγο από το μείγμα του Σαρανταβότανου. Η κοπέλα, καθώς το τοποθετούσε μέσα σε ένα χάρτινο άσπρο σακουλάκι, τον ενημέρωσε:
«Αυτό, αν πίνετε ένα φλιτζάνι την ημέρα, θα σας κρατήσει περίπου τρεις εβδομάδες».
«Όσο θέλει ας κρατήσει, παιδί μου. Δεν θα πεθάνουμε!...», αστειεύτηκε εκείνος.
Πήρε το σακουλάκι με το Καρτεράκι, πέρασε τον δρόμο και πήγε στο παγκάκι. Κάθισε για λίγο κι έπειτα έβγαλε από την τσέπη τού πουκαμίσου του ένα μολύβι κι έγραψε πάνω στο χάρτινο σακουλάκι.
«Έλα όποτε θέλεις να με βρεις. Θα σε περιμένω όπου και να είμαι.».
Άφησε το σακουλάκι πάνω στο παγκάκι κι έφυγε. Δεν ξαναπήγε ποτέ πια να καθίσει εκεί και να περιμένει να πεθάνει.


Ήταν λες και ήρθαν δυο ληστές και του πήραν όλο το βάρος που έσερνε μαζί του, κάνοντάς τον έστω και για λίγο ορατό, έστω και για λίγο υπαρκτό· απλώς βγάζοντάς τον από τα παπούτσια που είχε συνηθίσει να φορά σε όλη τη ζωή του. Ήταν λες κι εκείνο το «άσε μεεε!...» που ούρλιαξε για πρώτη του φορά, να έφτασε στα κατάβαθα της δικής του βεβαρυμμένης ψυχής και να τον ελευθέρωσε.





******************************




ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ 2013- 2014

Η Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού, ανακοινώνει τα βραβεία του Γ’ Πανελλήνιου λογοτεχνικού διαγωνισμού. Στον φετινό διαγωνισμό υπήρξε μια μεγάλη συμμετοχή σε όλα τα λογοτεχνικά είδη από όλη την Ελλάδα, την Κύπρο και τον απανταχού Ελληνισμό, Γερμανία, Ιταλία, Καναδά, Τσεχία. 
Το επίπεδο ήταν πολύ ψηλό και υπήρξαν πολλές ισοψηφίες γι΄ αυτό αποφασίστηκε όπως δοθούν μόνο βραβεία και έπαινοι.
Ευχαριστούμε όλους τους συμμετέχοντες διακριθέντες και μη και πιστεύουμε ακράδαντα ότι θα μας τιμήσετε και πάλιν στον Δ’ Πανελλήνιο διαγωνισμό μας που θα προκηρυχθεί μετά το Πάσχα. 

Στην κατηγορία ποίηση: 

Α΄ Βραβείο, Ζαχαρόπουλος Κωνσταντίνος
Α’ Βραβείο, Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου
Β΄ Βραβείο, Γιάννος Λαμπής
Γ΄ Βραβείο, Αντώνιος Ευθυμίου
Α’ Έπαινος, Δημήτριος Γκόγκας
Α’ Έπαινος, Αντωνοπούλου Νίκος 
Β΄ Έπαινος, Σωτηρία Βασιλείου
Β΄ Έπαινος ,Μαρία Νεφέλη Μαρκοπούλου
Β΄ Έπαινος ,Παναγιώτης Γ. Παπαδέλης
Β΄ Έπαινος, Ελένη Αντωνίου Κωνσταντίνου 
Β΄ Έπαινος , Βασιλική Εργαζάκη 
Β΄ Έπαινος , Ρεμουντάκης Εμμανουήλ
Β΄ Έπαινος , Βασίλειος Ρ, Φλώρος
Γ’ Έπαινος , Ιφιγένεια Παρασκευά
Γ’ Έπαινος ,Ελένη Σωφρονίου Στρατή.

Στην κατηγορία ποίηση στην Κυπριακή ντοπιολαλιά: 
Α΄ Βραβείο, Γεωργία Κόμπου
Β΄ Βραβείο, Μυρούλα Μαππούρα
Β΄ Βραβείο, Ελένη Σωφρονίου Στρατή
Γ’ Βραβείο, Ελένη Αντωνίου Κωνσταντίνου
Α, Έπαινος, Σταυρός Χριστοφόρου Νησιώτης
Β΄ Έπαινος, Κώστας Παπαϊωάννου
Β΄ Έπαινος, Τηλεμάχου Ισαβέλα
Β΄ Έπαινος, Μάρω Κουσιάππα
Γ’ Έπαινος, Καλλισθένη Δημητρίου
Γ’ Έπαινος, Κατερίνα Κωνσταντίνου Μάτσιου

Στην κατηγορία διήγημα: 
Α΄ Βραβείο, Ρεμουντάκης Εμμανουήλ
Β΄ Βραβείο, Σωτηρούλα Βασιλείου
Β΄ Βραβείο, Λαζάρου Ιωάννα
Β΄ Βραβείο, Ραφαέλλα Παπαμιχαήλ
Β΄ Βραβείο, Αγγελική Πλουμιά
Β΄ Βραβείο, Ανδρέας Πολυκάρπου
Β΄ Βραβείο , Κώστας Πραξιτέλους 
Γ’ Βραβείο , Ευτυχία Κανάρη
Γ’ Βραβείο, Μαρία Παπανδρέου
Α΄ Έπαινος, Σταύρος Λάβδας
Β΄ Έπαινος, Ηλίας Διαμαντής
Β΄ Έπαινος , Καλτσούνη Παρασκευή
Β΄ Έπαινος , Άννα Καλογήρου Παύλου
Β΄ Έπαινος , Ασημίνα Παραδείσα
Β΄ Έπαινος , Πανέλας Αθανάσιος
Β΄ Έπαινος , Κώστας Παπαϊωάννου
Γ΄ Έπαινος , Καλλισθένη Δημητρίου
Γ΄ Έπαινος , Γαιτανίδης Ευστάθιος
Γ΄ Έπαινος , Κωνσταντίνος Βασιλείου
Γ΄ Έπαινος , Νίκος Σακελαρόπουλος
Γ΄ Έπαινος , Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου
Γ΄ Έπαινος , Εύα Κάσιαρου
Γ΄ Έπαινος , Μάρω Κουσιάππα
Γ΄ Έπαινος , Γιάννης Θ. Πολυράκης


Η εκδήλωση απονομής θα πραγματοποιηθεί στις 4 Απριλίου 2014 στις 7+30μ.μ, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχείου Λεμεσού . 
Όσοι εκ των βραβευθέντων δεν μπορέσουν να παραβρεθούν στην εκδήλωση και έχουν την δυνατότητα να ορίσουν κάποιο αντιπρόσωπο αυτό θα βοηθήσει στην ομαλή διεξαγωγή της . Για όσους δεν θα έχουν αυτή τη δυνατότητα τα βραβεία , έπαινοι , θα τους αποσταλούν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που αναγράφετε στα στοιχειά συμμετοχής τους. 
Για περισσότερες πληροφορίες στα τηλέφωνα 00357-99604005, Άθως Χατζηματθαίου, Υπεύθυνος τύπου και Δημοσίων σχέσεων και οο357-99411833, Πανίκος Παναγή αντιπρόεδρος. Και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο h_athos@hotmail.com

3 σχόλια:

  1. Όταν η πένα γίνεται σμίλη...όταν η γραφή γίνεται νυστέρι, επώδυνα βαθιά αλλά καθαρά εισχωρεί.
    Συγχαρητήρια Ευτυχία. Προχώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το διάβασα. Το ξαναδιάβασα. Το ξαναδιαβάζω. Διεισδυτκό, βαθιά ανθρώπινο, μ έναν αέρα παλιάς γραφής, που μου θυμιζει πολλούς μεγάλους μας...Είσαι ένα δικό τους παιδί φιλενάδα μου. Ένα άξιο δικό τους παιδί. Με συγκίνησες πολύ και θαύμασα τον προβολέα της γραφής σου. Είμαι πολύ περήφανη για σένα. Για ότι είσαι, και ότι κάνεις. Με χαρά στο λέω, μπράβο σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αισθάνομαι κατάνυξη όταν τα γραπτά μου γίνονται γέφυρες ανάμεσα σ' εμένα και στους ανθρώπους που αγαπώ, ή πολλές φορές και σε ανθρώπους που ούτε καν γνωρίζω , αλλά "συνδέομαι" μαζί τους για λίγο -ή για περισσότερο!- με τον τρόπο αυτόν.

    Προχωρώ, Νίκο μου, προχωρώ καθώς η γραφή δεν μου έχει επιστρέψει ποτέ τίποτα λιγότερο από χαρά, ομορφιά και σπουδαία γεφυρώματα!

    Τα λόγια σου, Ελένη μου, έχουν για μένα πάντοτε βαρύτητα! Είτε τα απευθύνεις σ' εμένα, είτε τα καταγράφεις γενικώς, είτε τα προφέρεις. Σ' ευχαριστώ ειλικρινά.

    Σας ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή